Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Για την Ελευθερία Βιδάκη

                                                    Σημειώσεις επί προσωπικού

Έβρεχε ασταμάτητα. Αυτή την παγωμένη βροχή του Δεκέμβρη. Μισοβρεγμένος και ολοκληρωτικά παγωμένος χώθηκα σε μια απ’ τις τελευταίες θέσεις της Αίθουσας Τέχνης του Πνευματικού Κέντρου όπου οι ηθοποιοί του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης πρόβαραν τα δύο μονόπρακτα που θα έκαναν πρεμιέρα στις 15 του Γενάρη του 1999. Δύο κωμωδίες. Η μία γραμμένη από μένα. “Η νόσος των παντρεμένων γυναικών”. Η άλλη του Γ. Παφίλη, “Μαξιλαράκια από φελιζόλ”. Κι οι δύο μαζί σε μια παράταση υπό το γενικό τίτλο “Άνω κάτω”.
Δεν το πολυσυνηθίζω να πηγαίνω στις πρόβες των θεατρικών μου έργων. Αναγνωρίζω στο σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς και τους άλλους συντελεστές το δικαίωμα να δουν το κείμενο με τα δικά τους μάτια. Το ρόλο σαν ένα ρούχο που για να ταιριάξει πάνω τους πρέπει να το πειράξουν λίγο. Δεν μου βγήκε πάντα σε καλό. Στις  περισσότερες περιπτώσεις όμως το σκηνικό ζωντάνεμα του κειμένου το φώτισε καλύτερα και για μένα. Αποκάλυψε πτυχές του που δεν τις είχα συνειδητοποιήσει γράφοντας το.
Στη “Νόσο” σκηνοθετούσε ο Στέφανος Κοτσίκος. Μέχρι τότε γνώριζα μόνο το όνομα του. Γαλλοτραφής και δημιουργός μερικών σημαντικών παραστάσεων με αθηναϊκούς θιάσους. Κυρίως όμως άνθρωπος ευγενικός, ανοιχτόμυαλος και με χιούμορ. Μιλήσαμε μια και μοναδική φορά σχετικά με το έργο και στις υπόλοιπες συναντήσεις μας σε κάποιο μπαρ της πόλης για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ αυτό. ¨Έλα μια βόλτα να δεις πρόβα. Να δεις πως πάμε…¨, μου ‘πε ένα βράδυ πριν αποχαιρετιστούμε. Του απάντησα ¨θα ‘ρθω¨ χωρίς να το εννοώ. Σκόπευα να εμφανιστώ στην πρεμιέρα.
Το τηλεφώνημα της Ελευθερίας μου χάλασε τα σχέδια. Ζήτησε να με δει για κάτι σημαντικό. Περίμενα να τελειώσει την πρόβα και μόλις τελείωσε έτρεξε προς το μέρος μου. ¨κ. Πιτένη θα ‘θελα να μιλήσουμε για το έργο. Για την Αρετή… Πότε μπορείτε;¨. Τη συνάντησα με το που πρωτοήρθε στην Κοζάνη και έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις. ¨Η Ελευθερία Βιδάκη. Θα πρωταγωνιστήσει στο έργο σου¨. Μια όμορφη, γλυκιά και συνεσταλμένη νεαρή κυρία για την οποία είχα ακούσει πολλές φορές πως αναδείχτηκε απ’ τη σαπουνόπερα του Ν. Φώσκολου “Καλημέρα ζωή”. Πόσο την αδικούσε αυτή η ανάδειξη! Καταξιωμένη ήδη στο θέατρο, τη μνημόνευαν εξ αιτίας ενός σήριαλ για το οποίο ούτε η ίδια έδειχνε να αισθάνεται άνετα. ¨Ένας ηθοποιός πρέπει και να ζήσει…¨ σχολίασε όταν τη ρώτησα σχετικά με την εμπειρία της αυτή και κόψαμε την κουβέντα. 
Αν για την Ελευθερία ήταν δύσκολο να αναφέρεται στη μέχρι τότε τηλεοπτική της διαδρομή για μένα αποδείχτηκε δυσκολότερη η κουβέντα μαζί της την επομένη σ’  ένα κεντρικό καφέ της πόλης όπου βρεθήκαμε να μιλήσουμε για το ρόλο της Αρετής, της πρωταγωνίστριας της “Νόσου”. Έβαλε πάνω στο τραπεζάκι το κείμενο και το μόνο που πρόλαβα να διακρίνω ήταν οι πολλές σημειώσεις στα περιθώρια του πριν αρχίσει να με βομβαρδίζει με ερωτήσεις για την ηρωίδα που θα ενσάρκωνε. Απάντησα όπως και όσο μπορούσα, συνειδητοποιώντας πως ένα κείμενο τελικά δεν είναι κάτι στατικό και πολύ περισσότερο αποκλειστικό. Όσο ασχολούνται μαζί του και άλλοι αποκτά μια δυναμική και εξελίσσεται, αποκτά συνιδιοκτήτες, τους δυνητικούς αναγνώστες του. Στα θεατρικά κείμενα που ανεβαίνουν το βλέπεις μπροστά σου. Στα λογοτεχνικά, το υποθέτεις… Και το εύχεσαι βεβαίως, για να ‘μαστε ειλικρινείς.
Τη δυσκολότερη ερώτηση της η Ελευθερία τη φύλαξε για το τέλος. Σήκωσε το κεφάλι της, έριξε μια ματιά στο κατάμεστο από γυναίκες καφέ εκείνο το σαββατιάτικο μεσημεριανό και μου είπε: “Ποια είναι η Αρετή εδώ μέσα;”. Ετοιμάστηκα ν’ απαντήσω με έναν αυθάδη αυθορμητισμό δείχνοντας μια κυρία, για να διαπιστώσω ευθύς αμέσως πως ίσως να ‘ταν κι η διπλανή της ή η απέναντι της. ¨Όλες και καμιά¨, ψέλλισα εν τέλει. Δεν ήταν υπεκφυγή. Οι χάρτινοι ήρωες των λογοτεχνικών και θεατρικών μύθων ακόμα και αν ξεκινούν από ένα υπαρκτό πρόσωπο ¨στολίζονται¨, συνήθως, και με στοιχεία άλλων.     
Δεν είμαι σίγουρος πως τη φώτισα όσο ίσως προσδοκούσε. Με το που άνοιξε όμως η αυλαία στο κοινό ήταν εξαιρετική στο ρόλο της. Η Αρετή της “Νόσου” ήταν η Ελευθερία και η Ελευθερία ήταν η Αρετή.
Με το έργο αυτό πέρασα στο χώρο του επαγγελματικού θεάτρου και στάθηκα τυχερός καθώς στο κατώφλι του με υποδέχτηκαν η Ελευθερία, ο Στέφανος Κοτσίκος και όλοι οι άλλοι συντελεστές της παράστασης αυτής που τίμησαν το κείμενο μου.
Αν έκανα σήμερα αυτή τη μνεία στην Ελευθερία Βιδάκη, την οποία έτσι κι αλλιώς της την όφειλα, την αφορμή μου την έδωσε ο συμπρωταγωνιστής της στη “Νόσο”  Δημήτρης Καραβιώτης που περνώντας πρόσφατα απ’ την Κοζάνη με την παράσταση στην οποία φέτος συμμετέχει (σ. σ. την οποία ατυχώς δεν είχα καθώς ήμουν εκτός πόλης) ανέβασε στο προφίλ του στο facebook φωτογραφίες από τότε. Τον ευχαριστώ. Κάποιες φορές οι άνθρωποι με τους οποίους μοιραστήκαμε στιγμές της ζωής μας βοηθούν, έστω και άθελα τους, τη μνήμη μας να ανασυνθέσει κάποιες εικόνες που εκτός απ’ τη νοσταλγία φέρνουν μαζί τους και θλίψη.
Θλίψη γιατί η Ελευθερία πάνε χρόνια που δε μένει πια εδώ. Έφυγε στις 30 Μαρτίου 2004, σε ηλικία μόλις 35 χρόνων, νικημένη απ’ την επιλόχειο κατάθλιψη. Πριν, τίποτα δεν προμήνυε για μας τους έξω ένα τέτοιο τέλος. Τη συνάντησα για τελευταία φορά στην Αθήνα και την απόλαυσα στην παράσταση “Η κυρία εξαφανίζεται”, στο θέατρο Το τρένο στο Ρουφ της Τατιάνας Λύγαρη. Ήπιαμε ένα ποτό παρέα, τα ‘παμε για αρκετή ώρα και φεύγοντας είχα και πάλι την εικόνα της Ελευθερίας με το μελαγχολικό βλέμμα. Ένα βλέμμα που έκρυβε καλά πάνω στο θεατρικό σανίδι ή απέναντι απ’ το φακό. Ήταν όμως κάτι που τη χαρακτήριζε. Να ‘ταν η απεικόνιση αυτού που έκρυβε στην ψυχή της; Πού να ξέρεις. Εμείς οι απ’  έξω ας κρατήσουμε μόνο πως χάνοντας την Ελευθερία το ελληνικό θέατρο έχασε μια πραγματική και ξεχωριστή κυρία, που δεν αρκούνταν μόνο στο ταλέντο της μα το καλλιεργούσε διαρκώς και το εμπλούτιζε .
Για την ιστορία τώρα, σ’ εκείνη την παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης (15 Γενάρη 1999- 7 Μάρτη 1999) οι συντελεστές που ανέβασαν το έργο μου “Η νόσος των παντρεμένων γυναικών” ήταν: Στέφανος Κοτσίκος- σκηνοθεσία, Γιώργος Σαμαρνιώτης- σκηνικά, Λαμπρινή Καρδαρά- κοστούμια, Βαγγέλης Βέττας- μουσική, Παναγιώτης Μανούσης- φωτισμοί.
Την Ελευθερία Βιδάκη πλαισίωσαν οι Μαρίνα Γαζετά, Γιώργος Σουξές, Άννα Τσινάρη, Εύα Νέδου, Δημήτρης Καραβιώτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Δημήτρης Πολίτης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου