Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ανιχνεύοντας την πορεία του Νίκου Ζαχαριάδη

Μπορεί, άραγε, ο κινηματογράφος να γεννήσει λογοτεχνία; Μ' αυτό το ερώτημα ξεκινά ο Κώστας Κουτσομύτης τον πρόλογό του στο βιβλίο Το κόκκινο τανγκό, που συνέγραψε με τον Ευάγγελο Μαυρουδή, ελπίζοντας να απαντηθεί, μέσω του κειμένου που ακολουθεί, το οποίο είναι αφιερωμένο σ' ένα μεγάλο διάστημα της ζωής μιας αμφιλεγόμενης ιστορικής προσωπικότητας, του Νίκου Ζαχαριάδη. Του ανθρώπου που από ίνδαλμα και λατρεμένος αρχηγός του ΚΚΕ, κατέληξε με το στίγμα του προδότη και του ενόχου για μια σειρά από λανθασμένες αποφάσεις με ολέθρια αποτελέσματα, εξόριστος στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όμηρος του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης.
Το ερώτημα ήταν προφανώς ρητορικό καθώς ο Κουτσομύτης γνώριζε πάρα πολύ καλά πως η σχέση κινηματογράφου λογοτεχνίας ήταν και παραμένει αμφίδρομη. Ο πρώτος πήρε και παίρνει πολλά απ' τη λογοτεχνία, έδωσε όμως και δίνει κι εκείνος πολλές ευκαιρίες έμπνευσης τις οποίες αξιοποίησαν με εξαιρετικό τρόπο διάφοροι συγγραφείς. Εξάλλου, ένα καλό πρωτότυπο κινηματογραφικό σενάριο μπορεί να θεωρηθεί και ως λογοτεχνικό κείμενο.
Στα 17 τηλεοπτικά σήριαλ που πρόλαβε να μας αφήσει ως πολύτιμη παρακαταθήκη ο Κουτσομύτης, φρόντισε να «διαβάσει» πολύ καλά τα λογοτεχνικά έργα στα οποία βασίστηκαν αυτά τα σήριαλ και να αναδείξει σχεδόν όλες τις πτυχές τους.
Ο ίδιος ενόσω ζούσε μας έδειξε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο πώς ο λόγος γεννά εικόνα, και μάλιστα υψηλής ποιότητας και έμπλεη νοημάτων, αλλά και ότι η εικόνα ενίοτε πυροδοτεί τη φαντασία που καταφεύγει στις λέξεις για να ενσαρκωθεί. Στα 17 τηλεοπτικά σήριαλ που πρόλαβε να μας αφήσει ως πολύτιμη παρακαταθήκη ο Κουτσομύτης, φρόντισε να «διαβάσει» πολύ καλά τα λογοτεχνικά έργα στα οποία βασίστηκαν αυτά τα σήριαλ και να αναδείξει σχεδόν όλες τις πτυχές τους. Μπορεί από ορισμένους να θεωρήθηκε ότι αυθαιρέτησε, κινηματογραφική αδεία, δίνοντας βαρύτητα σε κάποιες λεπτομέρειες που ίσως ο συγγραφέας να μην είχε τονίσει ιδιαίτερα και διευρύνοντας κάποιους ρόλους που απέκτησαν υπόσταση στην εικόνα και ας ήταν απλή αναφορά στο κείμενο, επί της ουσίας όμως απλώς άσκησε έτσι το δικαίωμα να βάλει και τη δική του υπογραφή σε κάτι που πλέον είχε και τη σφραγίδα του.   
Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του (εφημ. των Συντακτών) ο έτερος συγγραφέας του Κόκκινου τανγκό Ευάγγελος Μαυρουδής είπε πως «ό,τι ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης για την ποίηση, ήταν ο Κουτσομύτης για τη λογοτεχνία. Όπως ο Μίκης με τη μουσική του έκανε όλο τον κόσμο να τραγουδάει ποίηση, έτσι και ο Κουτσομύτης κατόρθωσε με την κάμερα και το ταλέντο του να μας μάθει την καλή λογοτεχνία». Δεν πρόκειται για υπερβολή. Κάθε Έλληνας μυθιστοριογράφος θα 'θελε να επιλέξει το βιβλίο του ο Κουτσομύτης και ας διαφωνούσε με το τελικό αποτέλεσμα, γιατί όπως σωστά έλεγε ο πρόσφατα εκλιπών σκηνοθέτης «ακόμα και αν εγώ κάνω ένα κακό σήριαλ, το βιβλίο δεν πρόκειται να πάθει τίποτα». Αντιθέτως, τα βιβλία γίνονταν γνωστά σε μεγαλύτερο κοινό και έμπαιναν στις λίστες των ευπώλητων.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

“Ένα αγόρι στο εκατομμύριο” της Μόνικα Γουντ (εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ) Όταν μέσα απ΄ τη θλίψη αναδύεται η αισιοδοξία και από την απώλεια η ελπίδα.

           
            Ένα αγόρι, 11 χρονών και κάτι, φεύγει απ΄ τη ζωή υποκύπτοντας σε μια σπάνια ασθένεια που είναι θανάσιμη για ένα, μόλις, παιδί στο εκατομμύριο.

            Ένα λογοτεχνικό έργο που έχει στον πυρήνα του ένα τόσο τραγικό γεγονός, δεν μπορεί παρά να είναι φορτωμένο με θλίψη και φορτισμένο με ποικίλα αρνητικά συναισθήματα. Κι όμως. Το μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Μόνικα ΓουντΈνα αγόρι στο εκατομμύριο” που κυκλοφορεί από τι εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ πετυχαίνει να σου δημιουργήσει τελικά μια αίσθηση αισιοδοξίας, αφήνοντας σου βέβαια και μια γλυκόπικρη γεύση. 
            Η εξέλιξη της ιστορίας θυμίζει τεντωμένο σύρμα πάνω στο οποίο ισορροπεί, άλλοτε κελαηδώντας και άλλοτε σιωπώντας ένα πουλί. Ένα σύρμα που τις άκρες του κρατούν καλά η πενθούσα μητέρα του παιδιού και η μοναδική του φίλη, η Όνα, που διανύει αισίως το 105ο έτος της ζωής της. Πάνω στο σύρμα ο αποξενωμένος πατέρας που αναλαμβάνοντας να ολοκληρώσει μια ανεκπλήρωτη υποχρέωση του γιου προς τη φίλη, βλέπει την ευκαιρία να επαναπροσεγγίσει την πρώην σύζυγο του, για να διαπιστώσει πως με ό,τι κάνει το σπουδαιότερο που πετυχαίνει είναι να γνωρίσει και να αγαπήσει πραγματικά το γιο του, έστω και αν αυτός δεν υπάρχει πια. Υπάρχουν, όμως, όλα όσα εκείνος συνήθιζε να κάνει με το δικό του μοναδικό τρόπο, έναν τρόπο που φαίνεται στους άλλους περίεργος και παράξενος. Όλα όσα του επέτρεψαν στο σύντομο πέρασμα του απ΄ τη ζωή να είναι όντως ένα παιδί στο εκατομμύριο, ένα παιδί που άφησε το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα. Όχι ως παιδί θαύμα, ή ως παιδί μοναδικό ταλέντο. Ως ένα παιδί που αγαπούσε παγκόσμια ρεκόρ και  τα πουλιά, πάσχιζε να μάθει να τα ξεχωρίζει απ΄ το κελάηδημα τους και είχε την ικανότητα να ανοίγει τις κλειστές καρδιές των ανθρώπων, σπάζοντας με το δικό του μαλακό ράμφος το σκληρό κέλυφος της μοναξιάς που τους περιέβαλε. Ένα παιδί που όπως λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου η εκατοντάχρονη φίλη του την έκανε να ονειροπολεί.  

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Νυχτώνει ή ξημερώνει στην Κούβα;

           Ηγετικές προσωπικότητες σαν αυτή του Φιντέλ Κάστρο βρίσκονται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας για όλους εμάς που δε βιώνουμε τα αποτελέσματα της δράσης τους. Για εκείνους που η ζωή τους επηρεάζεται καθοριστικά από κάθε ενέργεια τους μπορεί να φαίνονται είτε ως Θεοί είτε ως Δαίμονες.

            Προσωπικά, ποτέ δε γοητεύτηκα ιδιαίτερα απ΄ την εικόνα του Κομαντάντε με τη στολή εκστρατείας και το μακρύ πούρο. Ωστόσο το να υπάρχει ένα νησί, αγκάθι στο μάτι των ιμπεριαλιστικών Η.Π.Α. το έβλεπα σαν ενσάρκωση της ελπίδας πως αυτός ο κόσμος διεκδικούσε και απαιτούσε κάτι καλύτερο. 
           Στην Κούβα δεν ταξίδεψα ποτέ, παρόλο που η Καραϊβική ως τοπίο, χρώματα και ιστορίες που τη συνθέτουν, σαγηνεύει το νου και ερεθίζει την επιθυμία να την επισκεφτείς. Ήταν όμως πάντα πολύ μακριά και εξίσου μεγάλη ήταν και η απόσταση της ενημέρωσης που είχαμε για χρόνια για το τι συμβαίνει στη χώρα του Κάστρο. Από τη μια το κλίμα παλιότερων εποχών όταν κάθε τι επαναστατικό και δη αριστερό ήταν, περίπου, όσιο και ιερό και από την άλλη η καχυποψία πως οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις διέθεταν πάντα περισσότερα χρήματα και μέσα για να διαμορφώνουν την προπαγάνδα τους κατά πως ήθελαν. Βέβαια, το ότι χιλιάδες κουβανοί θαλασσοπνίγονταν για να φτάσουν απέναντι στο Μαϊάμι ήταν ένα θέμα, αλλά μήπως θα ήταν η πρώτη φορά που κάποιοι δραπέτευαν απ΄ τον παράδεισο, όντες παραπλανημένοι;

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Μια πυγολαμπίδα φωτίζει το πυκνό σκοτάδι της Β. Κορέας. "Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ" από τις εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

            Άνθρωποι που φυτοζωούν και κρεμιούνται απ΄ την ελπίδα πως με την σκληρή, στα όρια της εξόντωσης, δουλειά θα γευτούν άσπρο ρύζι και κρεατόσουπα.
            Άνθρωποι που γελούν υποχρεωτικά την ώρα που θα ΄θελαν να ουρλιάξουν και θρηνούν την απώλεια του μεγάλου Πατέρα και Ηγέτη, ενώ δεν τους επιτρέπεται να επισκεφτούν τον ετοιμοθάνατο γονιό και να χύσουν τα δάκρυα τους για τα πεθαμένα παιδιά τους.
            Άνθρωποι που ζουν σε τρώγλες ξεπαγιάζοντας, όπου δεν μπορούν να κρυφτούν απ΄ τα βλέμματα του κράτους- δυνάστη καθώς είναι πολύ πιθανό αυτός που θα τους καρφώσει ως αντικαθεστωτικούς για ασήμαντη αφορμή μπορεί να είναι ο γείτονας της διπλανής πόρτας και της ίδιας μοίρας.

            Άνθρωποι που πριν γεννηθούν η πορεία τους είναι προδιαγεγραμμένη και όσες προσπάθειες και αν κάνουν αργά ή γρήγορα θα καταλήξουν να γίνουν αυτό που κάποιοι άλλοι αποφάσισαν γι΄ αυτούς. 
            "Εκείνος ο γενειοφόρος Ευρωπαίος
              Ισχυρίστηκε ότι ο καπιταλισμός είναι ο κόσμος του σκότους
              Ενώ ο κομμουνισμός είναι ο κόσμος του φωτός.
              Εγώ, ο Μπάντι, που ζω στον κόσμο του φωτός,
              Είναι γραφτό μου να λάμπω στο σκοτάδι
              Και καταγγέλλω, χωρίς περιστροφές,
              Ότι, εάν αυτό το σκοτάδι είναι μια ασέληνη νύχτα,
              Ο κόσμος του φωτός εκείνου του γενειοφόρου είναι μια άβυσσος,
              Ένα έρεβος μαύρο σαν το μελάνι...".

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Ο Θεός που παίζει με τα παιδιά μας...

“Ανήκεις στο σώμα της εκκλησίας;”
“Ανήκω στο σώμα της ζωής”
Η απάντηση μου προφανώς δεν ικανοποίησε τη φίλη που μου απηύθυνε την ερώτηση, με την οποία πριν πολύ καιρό είχαμε ανοίξει μια κουβέντα περί πίστης και θρησκείας.  Την κλείσαμε εκεί, δίνοντας, για λίγο, χώρο στη σιωπή που σ΄ αυτές τις περιπτώσεις βοηθά να αποδεχτείς πως οφείλεις να σεβαστείς την αλήθεια του άλλου.   
Σήμερα και καθώς πασχίζω να ξεκινήσω ένα βιβλίο που στον πυρήνα του θα ΄χει το ρόλο της θρησκείας στη ζωή μας, ξεφυλλίζω τον Χαλίλ Γκιμπράν και το θρυλικό του ¨Προφήτη¨ και αφήνομαι στις λέξεις του:
“Η καθημερινή σας ζωή είναι ο ναός σας και η θρησκεία σας.
Όταν μπαίνετε σ΄ αυτήν, πάρετε μαζί σας όλο τον εαυτό σας.
Πάρετε τ΄ αλέτρι και τ΄ αμόνι, το σφυρί και το λαγούτο.
Τα πράγματα που φτιάξατε για τις ανάγκες σας ή την ευχαρίστηση σας.
Γιατί, στις ονειροπολήσεις σας δεν μπορείτε ν ΄ανυψωθείτε πάνω από τα κατορθώματα σας, ούτε να πέσετε χαμηλότερα από τις αποτυχίες σας.
Και πάρετε μαζί σας όλους τους ανθρώπους:
Γιατί, στη λατρεία σας δεν μπορείτε να πετάξετε ψηλότερα από τις ελπίδες τους, ούτε να ταπεινώσετε τον εαυτό σας χαμηλότερα από την απελπισία τους.
Κι αν θέλετε να γνωρίσετε το Θεό, μην ενεργείτε σα να προσπαθείτε να λύσετε αινίγματα.
Καλύτερα να κοιτάξετε γύρω σας και θα δείτε το Θεό να παίζει με τα παιδιά σας.
Κοιτάξετε και στο διάστημα. Θα δείτε το Θεό να περπατάει μέσα στο σύννεφο, ν΄ απλώνει τα χέρια του με την αστραπή και να κατεβαίνει με τη βροχή.
Θα τον δείτε να χαμογελάει μέσα από τα λουλούδια και μετά ν΄ ανεβαίνει και να κουνάει τα χέρια του με τα κλαδιά των δέντρων ”

Αν η φίλη μου ΄κανε την ίδια ερώτηση σήμερα, θα της απαντούσα μ΄ αυτά τα λόγια…   
* Η φωτογραφία είναι της Σούλας Παλέντζα. 

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Το άλογο και το στχιο.

Με το πρώτο σκοτάδι φάνηκε η Κοζάνη. Σε λίγα σπίτια άναβαν ηλεκτρικοί γλόμποι. Στα περισσότερα έκαιγαν εδώ και ώρα γκαζόλαμπες.
            Ο Γιώργος ο Κοκκαλιάρης πήρε μια βαθιά ανάσα. Του ΄φυγε το βάρος που ΄χε στο στήθος. Πρόκανε τη νύχτα πριν τον βρει στην ανοιχτή στράτα.

            Χρόνια γυρολόγος πραματευτής, τι του ΄ρθε να ξεκινήσει τόσα αργά για πίσω; Να πεις πως δεν ήξερε τους δρόμους και δεν είχε μετρημένες τις αποστάσεις; Και φορτωμένος και άδειος. Για κάθε χωριό στον Τσιαρτσιαμπά, τα Καραγιάννια, τα Μπουτζάκια και ίσα με τα Σέρβια ήξερε τις στράτες πιθαμή προς πιθαμή, όπως και αν ήταν. Μα με κρύο, μα με ζέστη, μα με χιόνι, μα με βροχή.  
  Τρίτη μέρα στη γύρα, ξεχείλιζε το φορτίο απ' τα παραπέτα του κάρου. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για πίσω πριν το μεσημέρι. Τα φρούτα είχαν αντικατασταθεί από στάρι, καλαμπόκι και αυγά. Να μην πιεί όμως μια ρακί για το δρόμο; Η μία ίσον δύο, αφού “δύο πόδια έχς Γιώρ. Πιε μια ακόμα” και όταν πήρε απόφαση να σηκωθεί σαν να ζαλίζονταν λίγο.
Ο νοικοκύρης που τον φίλεψε τη ρακί, φίλος καλός από παλιά, τον προέτρεψε να μείνει. Μπα, το 'χε βάλει με το νου του να μην κοιμηθεί και τρίτη νύχτα μακριά απ' το σπίτι. Ξεκίνησε. Με το που τον χτύπησε ο αέρας και καθάρισε το μυαλό δαγκώθηκε. “Ωχ. Θα μας νυχτώσει. Λες να 'χουμε τίποτα μύθια;”
Δεν ήταν όμως και για σταματημό. Η καρότσα απ' το κάρο ήταν γερή και θ' άντεχε. Για τις ρόδες ανησυχούσε που 'χαν λυγίσει προς τα έξω. Το άλογο με το που ξεκίνησαν έδειχνε ζωηρό. Πάνω από δύο ώρες κράτησαν οι ρακές. Ξεκουράστηκε. Μέχρι την Κοζάνη όμως ήταν απόσταση.
“Πάμε κι ό,τι τυχερά έχουμε.”
Αν είχε ένα απ' τα παιδιά του μαζί θα 'ταν αλλιώς. Ό,τι κι αν πάθαινε θα 'τρεχε να ειδοποιήσει τη Σουλτάνα. Είχε αρχίσει όμως το σχολείο και είπε να τα αφήσει και φέτος. Αν έβγαζαν την τάξη καλά. Όποιο κόβονταν στο τέλος θα το τραβούσε μαζί του στη δουλειά. Έτσι κι αλλιώς την ήξεραν. Όλο το καλοκαίρι τουλάχιστον ένα το 'χε μαζί του. Μεγάλη βοήθεια. Και μόνο που τα άφηνε να 'χουν αυτά το νου τους στο δρόμο και αυτός αποκοιμιόταν δίπλα ή πάνω στα εμπορεύματα και ξεκουράζονταν λίγο, ήταν μεγάλη υπόθεση. Πόσο να αντέξει; Από νύχτα σε νύχτα χρόνια τώρα και δεν ήταν πια μικρός.
Οι ρακές του έπεσαν βαριές. Καλά θα ήταν να τον έπαιρνε λίγο πάνω στην καρότσα. Και δέκα λεπτά ύπνος θα τον συνέφερε. Το 'βγαλε απ' το νου του. Το άλογο ήξερε το δρόμο μα δεν ήθελε να του προσθέσει κι άλλο βάρος. Έδεσε τα γκέμια απ' τον μπροστινό αριστερό ορθοστάτη της καρότσας, κρατήθηκε και αυτός από εκεί με το δεξί χέρι και ακολουθούσε ποδαράτος.   
Μπήκαν στην Κοζάνη. Μια ριπή δροσερού αέρα σήκωσε ένα μικρό σύννεφο σκόνης. Είχε μέρες να βρέξει. Έβγαλε ένα απ' τα άφιλτρα τσιγάρα του και το πέρασε στην ξύλινη πίπα του. Καθώς το άναβε με το τσακμάκι λοξοκοιτούσε το άλογο. Έσταζε απ' τον ιδρώτα και τα πόδια του σαν να μην πατούσαν σταθερά. Πολύ το βάρος… 
Ο αέρας δυνάμωσε και αισθάνθηκε σαν να του 'ριχναν κρύο νερό στην πλάτη. Η μάλλινη φανέλα του μουσκεμένη. Φόρεσε αμέσως το σακάκι που 'χε ριγμένο στους ώμους. Δεν ήταν για αρρώστιες.    
Με το που πέταξε κάτω το τελειωμένο τσιγάρο του 'φυγε μια χριστοπαναγία καθώς το άλογο γλίστρησε στο καλντερίμι που βάδιζαν τώρα και φάνηκε πως πήγαινε να πέσει. Καλά που πρόλαβε και το άρπαξε απ' τα γκέμια βοηθώντας το να ισορροπήσει. Κοντοστάθηκαν, πρόσωπο με πρόσωπο. Με την καυτή ανάσα του αλόγου να καίει το πρόσωπο του. Το χτύπησε απαλά στο μάγουλο.
“Άϊντε. Τόσο δρόμο έκανες. Τώρα θα τα χαλάσουμε;”
Το άλογο χλιμίντρησε και αφού αντιστάθηκε για λίγο στα τεντωμένα απ' το χέρι του αφεντικού του γκέμια, πειθάρχησε και ξανάρχισε τον αργό και δύσκολο βηματισμό του.
Στο μαχαλά, στη Γεωργίου Τιόλη, ο χωρατάς δεν έλεγε να σχολάσει αν και το σκοτάδι είχε πυκνώσει. Οι γειτόνισσες μαζεμένες όλες κάτω απ' την ηλεκτρική λάμπα του δρόμου, με τις ζακέτες ριγμένες στους ώμους και κολλημένες ώμο με ώμο σαν να προσπαθούσαν η μία να ζεστάνει την άλλη, τιτίβιζαν σχολιάζοντας τους πάντες και τα πάντα. Η ομάδα μίκραινε μόνο όταν φαίνονταν ν' ανηφορίζει απ' την πλατεία της Γιτιάς κάποια ανδρική φιγούρα, πλησιάζοντας με αργά, βαριά αλλά ασταθή βήματα. Όποια αναγνώριζε στο πρόσωπο της φιγούρας το σύζυγο, που είχε πιει στο καφενείο ή στην μπακαλοταβέρνα όσο άντεχε ο οργανισμός του, για την τσέπη του δεν ανησυχούσε για όσο τουλάχιστον το τεφτέρι έγραφε, στραβομουτσούνιαζε και αποχωρούσε με βαριά καρδιά.
“Να πάω κι γω. Να τον βάλω τίποτας να χάψει γιατί ποιος ξέρει πόσο φαρμάκωσε πάλι. Αλλιώς θα χαλαστεί κι…  Ξέρτε τώρα. Καλό ξημέρωμα.”
Οι άλλες της αντιγύριζαν την ευχή κουνώντας το κεφάλι με νόημα, ενώ μελαγχολούσαν καθώς σκέφτονταν πως από ώρα σε ώρα θα 'ρχονταν στη θέση της.
Στο τέλος οι μόνες που απόμειναν ήταν η Αγνή του Μαλιόγκα και η Σουλτάνα του Κοκκαλιάρη. Αυτές δεν είχαν κανένα λόγο να ανησυχούν για τους άνδρες τους καθώς και ο Γιώργος ο Μαλιόγκας την ίδια δουλειά έκανε με τον Κοκκαλιάρη. Γυρολόγος- πραματευτής. Έφερνε γύρα όλα τα χωριά και πολλά βράδια βολεύονταν σε όποιο σπίτι τον δέχονταν μέχρι να ξημερώσει. Για να μη φανεί ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος μέχρι τώρα πάει να πει πως δεν θα γύριζαν απόψε. 
 Για τα μικρά που 'χαν στο σπίτι δεν είχαν κανένα λόγο ν' ανησυχούν. Τα μεγαλύτερα κορίτσια είχαν το νου τους και ήξεραν να τα βάλουν να φαν. Τι κι αν ήταν κορίτσια; Η Σουλτάνα τη δεύτερη κόρη της, την Τασίτσα, προτιμούσε να 'χε μαζί όταν πήγαινε για ψώνια, γιατί δεν της ξέφευγε τίποτα στο λογαριασμό, ενώ η ίδια  αγαπούσε την κουβέντα και ξεχνιόταν εύκολα. Κι η Αγνή, την κόρη της την Ελένη, κι ας ήταν απ' τις μικρότερες, εμπιστεύονταν για να μετρήσει τα αυγά που έφερνε ο άντρας της απ' τα χωριά και έδιναν στο μπακάλικο του Τζάκα, ανταλλάσσοντας τα με τα χρειαζούμενα για το σπίτι. 
Κρύωσαν και σηκώθηκαν. Είχε περάσει και η ώρα. Η λάμπα φώτιζε το μέρος που καθόταν, μα πού ήξερες παραπέρα τι μπορούσε να κρύβεται στα σκοτάδια. Η Σουλτάνα βέβαια είχε τη φήμη της αφόβστης, αλλά και πάλι σκοτάδια ήταν αυτά. Ακόμα και αυτή που 'χε ξεματιάσει κόσμο και κόσμο καθώς και πολλά απ' τα ζωντανά της γειτονιάς και άναβε κάθε βράδυ το καντήλι της πριν νυχτώσει, με τα στχια δεν θα τα 'βαζε ποτέ. Μια φορά αναμετρήθηκε μ' ένα  και νικήθηκε. Τότε που ο Γιώργος ο Μαλιόγκας, τη φώναξε επειγόντως να ξεματιάσει το άλογο του, τη μηχανή της δουλειάς του, που με το που μπήκε στην αυλή σωριάστηκε ένα μέτρο έξω απ' το στάβλο. Πανικόβλητος ο Μαλιόγκας έτρεξε για βοήθεια στη Σουλτάνα απέναντι και σε λίγο στέκονταν και οι δύο πάνω απ' το άλογο που έδειχνε να ψυχομαχά. Η Σουλτάνα έβγαλε αμέσως τις χάντρες και τις πετρούλες που 'χε στο υφασμάτινο σακουλάκι της και άρχισε να τις ρίχνει σ' ένα ποτήρι με νερό. Το ποτήρι ξεχείλιζε ενόσω το άλογο βαριανάσαινε και φαινόταν να σβήνει. Η Σουλτάνα σταμάτησε την προσευχή που ψιθύριζε, επαναλαμβάνοντας τη, και στράφηκε στον περίλυπο ιδιοκτήτη.
“Μπα Γιωρ. Δύσκουλα. Είνι πουλύ ματιασμένο…”
Ο Γιώργος Μαλιόγκας είδε συντετριμμένος το άλογο να αφήνει την τελευταία του πνοή εκεί, στη μέση της αυλής του, και τον κυρίεψε απελπισία. Πώς θα τα 'βγαζε τώρα πέρα καθώς είχε χάσει το βασικό εργαλείο της δουλειάς του; Άντε χρέος πάλι απ' την αρχή για να πάρει άλλο.
Η Σουλτάνα αμίλητη, στεναχωρεμένη, δεν είπε τίποτα. Και τι να πει; Πως το άλογο δεν πήγε από μάτι αλλά μάλλον το 'χε πατήσει στχιο; Σκέφτηκε καλύτερα να μη μιλήσει, μην και φορτώσει στο νοικοκύρη εκτός απ' το σκάσιμο για το άλογο και το μέλλον του, και το φόβο. Την άλλη μέρα όμως συμβούλεψε την Αγνή να κάνει ένα ευχέλαιο. Έτσι, για το καλό.
Κόντευαν. Το άλογο με το ζόρι τραβούσε το κάρο. Τα πόδια του λύγιζαν, γλιστρούσαν. Τα πέταλα τους τσακμάκιζαν στο καλντερίμι. Ο Γιώργος Κοκκαλιάρης με το βλέμμα προσηλωμένο στις ρόδες, μην και πεταχτούν απ' τον άξονα τους. Με φωνή βραχνή που 'βγαινε δύσκολα, προσπαθούσε να το ενθαρρύνει.
“Άϊντε και να το σπίτι. Να το.”
Δεν έλεγε ψέματα. Εκεί ήταν. Καμιά εκατοστή μέτρα μακριά τους. Εκατό μέτρα που και τα δικά του πόδια σέρνονταν παρά περπατούσαν. 
Έφτασαν. Κάτω απ' την ηλεκτρική λάμπα του δρόμου άχνιζε η ανάσα του αλόγου κι ο Κοκκαλιάρης είδε κι έπαθε να του κόψει τη φόρα μέχρι να το φρενάρει. Όχι πως το ζωντανό δεν ήξερε το σπίτι και το στάβλο που το περίμενε. Η κούραση όμως το 'χε θολώσει και απλώς βάδιζε έστω και αν έδειχνε πως από στιγμή σε στιγμή θα κατέρρεε.
Το χάϊδεψε λίγο στο λαιμό, έβγαλε τις αλυσίδες απ' τη λαιμαριά του και άφησε τις φάλαγγες απ' το τιμόνι να πέσουν με κρότο στο καλντερίμι δίπλα στα πόδια του υποζυγίου. Εκείνο, μαθημένο, χωρίς να περιμένει καμιά προσταγή, δρασκέλισε τη μια φάλαγγα και βάδισε αργά τραβώντας κατά το στάβλο του. Δεν έκανε ούτε δύο βήματα. Ξάφνου σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, χλιμιντρίζοντας δυνατά και κλωτσώντας με δύναμη τον αέρα με τα μπροστινά. Ο Κοκκαλιάρης ξαφνιάστηκε μα δεν πρόκανε να κάνει τίποτα. Τον χτύπησε τ' άλογο ή γλίστρησε στις πέτρες πριν το αρπάξει απ' τα γκέμια; Όλα σκοτείνιασαν γύρω του.
Μια γυναικεία φωνή σήκωσε όλη τη γειτονιά στο πόδι. “Σουλτάνα, έβγα”.
Ποια φώναξε; Κάποια απ' τις Ζάμπραινες, η Ντίντινα ή η Μαλιόγκινα; Όποια κι αν ήταν η φωνή της έφτασε μέχρι τη Σουλτάνα που πάνω στη βιάση της έχασε μια παντόφλα πριν ακόμα δρασκελίσει το κατώφλι της. Με το που βγήκε όμως έχασε και το φως της. Τι σκοτάδι ήταν αυτό; Μαυρίλα. Ευτυχώς που 'χε φεγγάρι καλό. Έτσι μπόρεσε να δει. Το άλογο να αφρίζει, να ιδρωκοπάει και να χτυπιέται.
“Να ιδείς ένα πράμα! Έλαμπεν του ξιπατουμένου. Σαν του άλογο του Αη Γιώργη που σκότωσε το δράκο. Ή μήπως ήταν φίδι;”
Οι περισσότεροι απ' τους αυτόπτες μάρτυρες ακόμα και χρόνια μετά ποτέ δεν ήταν σίγουροι. Όχι για το δράκο ή το φίδι του Αη Γιώργη. Για το αν το στχιο πάτησε τότε το άλογο, εκεί έξω απ' το σπίτι, κι “ποδαρίζονταν έτσι”, ή το 'χε φέρει απ' το δρόμο ο Γιώργς και δεν το κατάλαβε.
Πάντως ο Γιώργς, ο Κοκκαλιάρης και όχι ο Αη Γιώργης, έδειξε πως δεν ήθελε να μιμηθεί τον Άγιο του οποίου το όνομα είχε. Πεσμένος καταγής παρακολουθούσε απλώς τη Σουλτάνα που 'χε αρπάξει απ' τα γκέμια το αλαφιασμένο ζώο και πάλευε να το ημερέψει. Τίποτα εκείνο. Όσο έβλεπε το στχιο εκεί μπροστά του, ένα μαύρο φίδι που χτυπιούνταν και σέρνονταν στο χώμα, πετώντας φλόγες απ' το στόμα, τόσο περισσότερο αγρίευε.
Με τα πολλά η Σουλτάνα κατάφερε να το γυρίσει απ' την άλλη μεριά και το ζώο πάτησε στα τέσσερα. Βοήθησε κι ο Γιωργς που θέλοντας και μη σηκώθηκε και μαζί το έσπρωξαν στο στάβλο και ασφάλισαν την πόρτα.
Τίποτα άλλο δεν κοίταξαν. Ούτε κάρο, ούτε πραμάτεια. Χώθηκαν στο σπίτι τους και περίμεναν μέχρι να ξημερώσει, χωρίς να ρίξουν ούτε μια ματιά στο φίδι που συνέχισε να σέρνεται και να κοπανιέται στο χώμα πετώντας ολόγυρα σπίθες. Το ίδιο έκανε και όλη η γειτονιά. Οι άντρες αμίλητοι ενώ οι γυναίκες άρχισαν αμέσως τις μετάνοιες και τα τάματα, ανάλογα με το τι μπορούσε η κάθε μια, στον Αη Γιώργη.
Με το πρώτο χάραμα η Σουλτάνα, έριξε τη ζακέτα στην πλάτη και έτρεξε στον Αη Κωνσταντίνο για να βρει τον παπά. Εκείνος απόρησε.
 “Σοβαρά μαρ Σουλτάνα; Φίδ΄ κι να πιτάει κι φουτιές; Ξανάδες ισύ τέτοιου στχιο;”
Χωρίς χρονοτριβή, με το ευαγγέλιο, τον αγιασμό και όλα τα απαιτούμενα στα χέρια ο παπάς έσπευσε να διαβάσει επί τόπου το ευχέλαιο. Με το που έφτασαν στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος.
“Τι είναι παπά 'μ;”
Τι να πει; Ήταν νέος και δεν του ξανάτυχε κάτι τέτοιο. Δεν ήταν όμως για πίσω. Κι έπειτα ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Βγαίνουν τα στχια μέρα; Δεν  βγαίνουν. Φόρεσε το πετραχήλι και έστειλε τη Σουλτάνα να φέρει μια γαβάθα με νερό για να το αγιάσει και να ραντίσει παντού με το ματσάκι το βασιλικό.
Οι εργάτες της ηλεκτρικής εταιρείας πέρασαν από δίπλα του καλημερίζοντας τον. Ο μεγαλύτερος απ' αυτούς έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Ο παπάς δεν το πρόσεξε καν. Με γουρλωμένα μάτια κοιτούσε τα σημάδια που είχε αφήσει πάνω στο χώμα το στχιο και η καρδιά του κόντευε να βγει απ' τα στήθια του. Έκανε γρήγορα το σταυρό του, ψιθυρίζοντας “Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον…”

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Η δύναμη και η γοητεία της ποιοτικής σάτιρας.

Κριτική για το μυθιστόρημα “Ο Άντερς ο φονιάς και οι φίλοι του” του Γιούνας Γιούνασον- εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ.
 Ένας αναγνωρισμένος φονιάς, τρόφιμος των φυλακών τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, μια απολυμένη απ΄ το ποίμνιο της ιερέας και ένας νεαρός άνδρας που δεν τραβά την προσοχή και το ενδιαφέρον κανενός, δε φαίνεται να έχουν κανένα απολύτως κοινό στοιχείο. Παρόλα αυτά όμως και εξ αιτίας μιας σειράς τυχαίων γεγονότων θα συνθέσουν ένα άκρως αποδοτικό εμπορικά τρίο, που αρχικά θα εξαπατήσει τον υπόκοσμο της Σουηδίας και μερικούς ευυπόληπτους πολίτες αποσπώντας τους μεγάλα ποσά, στη συνέχεια θα ιδρύσει τη δική του εκκλησία που θα αποδειχθεί, έστω και για λίγο, μια χρυσοφόρα επιχείρηση και θα ξανασμίξει στήνοντας το νέο επιχειρηματικό του πλάνο πάνω στο μύθο του Αη Βασίλη!
            Αυτή, σε αδρές γραμμές, είναι η αφηγηματική πορεία που ακολουθεί το νέο μυθιστόρημα του πολυδιαβασμένου και επιτυχημένου ήδη Σουηδού συγγραφέα Γιούνας Γιούνασον, “Ο Άντερς ο φονιάς και οι φίλοι του” που κυκλοφορεί απ΄ τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. 
            Τα υλικά που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας δεν είναι μια πρωτότυπη ιστορία, ούτε ήρωες που ξεχωρίζουν για κάποιο λόγο. Καταφέρνει όμως να μας προσφέρει ένα συναρπαστικό και απολαυστικό βιβλίο χάρη στη σάτιρα που χρησιμοποιεί. Σάτιρα που κατά περίπτωση είναι αιχμηρή, ωμή, τραχιά, έως και ασεβής. Δεν είναι όμως σε καμιά περίπτωση φθηνή και εύκολη. Δεν προσβάλει, δεν μειώνει, δε χλευάζει.    Τοποθετεί χάρη στη συγγραφική μαεστρία και την οξυδέρκεια του συγγραφέα έναν μεγεθυντικό φακό πάνω σ΄ αυτή τη σκανδιναβική κοινωνία, για να αποκαλύψει ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές και άγνωστες για πολλούς πτυχές της, τις οποίες κριτικάρει με χιούμορ, έστω και αν σε πολλές περιπτώσεις μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε έως και βιτριολικό. 

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Τα καρεκλάκια έξω…

Το παρόν απέχει απ΄ το παρελθόν ανάλογα με το εύρος των αναμνήσεων που ανακαλούνται κάθε φορά. Όσο περισσότερες, τόσο κοντινότερο.
Στο πατρικό μου, σε μια γωνιά της κουζίνας, επιβιώνει και μακροημερεύει το καρεκλάκι. Ξύλινο, πλεγμένο με ψάθα αρχικά και με χοντρό γκρι κορδόνι μετέπειτα για να απαλειφθεί η φθορά του χρόνου.
Αν κάτι θυμάμαι κάθε φορά που το βλέπω, ενδίδοντας στον πειρασμό της νοσταλγίας, είναι να παίρνει τη θέση του κάποια βράδια του Σεπτέμβρη δίπλα σε άλλα όμοια ή παρόμοια, πάνω στο πεζοδρόμιο της οδού Ολύμπου, όσο πιο κοντά γινόταν στη βιτρίνα του καταστήματος όπου επρόκειτο να ανάψει η τηλεοπτική συσκευή αναμεταδίδοντας το φεστιβάλ ελληνικού τραγουδιού της Θεσσαλονίκης.        
Η εξασφάλιση μιας απ΄ τις καλές, προνομιούχες, θέσεις, όσο πιο κοντά γινόταν και με την καλύτερη δυνατή οπτική επαφή με την ασπρόμαυρη οθόνη, ήταν έργο και αποστολή ημών των μικρότερων μελών της οικογένειας, ανεξαρτήτως φύλου καθώς στις αγγαρείες που απέφεραν οφέλη προς όλους ήμασταν από τότε ίσοι. Η θέση όμως στο καρεκλάκι ανήκε δικαιωματικά στις γυναίκες, με τις υπερήλικες να μη βιάζονται να προσέλθουν σίγουρες ούσες πως την είχαν εξασφαλισμένη και τις νεώτερες να εύχονται χωρίς να το ομολογούν μπας και τις πάρει ο ύπνος, αφού έτσι κι αλλιώς βαριάκουγαν κιόλας οπότε τι φεστιβάλ και τραγούδια τις χρειάζονταν.

Η Απόγονος

Η οικονομική κρίση μπορεί να ξαναζωντανέψει το φάντασμα του ναζισμού στην Ευρώπη;
Η Μαριάννα, η 30χρονη Ελληνίδα δικηγόρος, είναι απόλυτα αφοσιωμένη στο σκοπό της οργάνωσης «Η Γερμανία για την Ευρώπη» που είναι η διάδοση του γερμανικού πολιτισμού. Ο μεγάλος έρωτας που ζει με το γοητευτικό και κοσμοπολίτη Γερμανό επικεφαλής της οργάνωσης Σαντάου, την ωθεί να εργαστεί ακόμα περισσότερο για το σκοπό της. αλλά και να κλείνει τα μάτια και τα αυτιά σε γεγονότα που θα έπρεπε να την προβληματίζουν.
Όλα όμως ανατρέπονται στο τελευταίο της ταξίδι στο Μόναχο, συνήθη τόπο συνάντησης των μελών της οργάνωσης που προέρχονται απ΄ όλη την Ευρώπη, εξ αιτίας της εμφάνισης του Ισπανού πολιτικού επιστήμονα και ακτιβιστή Ρόχας, καθώς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του η οργάνωση είναι απλώς ένας Δούρειος Ίππος των Γερμανών για την ειρηνική κατάκτηση της Ευρώπης. Η οικονομική κρίση που αποκάλυψε την αδυναμία των περισσότερων εταίρων τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνδυασμό με τη δική τους ισχυρή οικονομική θέση τους δίνει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία. Ειδικά μάλιστα όταν το έδαφος είχε προετοιμάσει η οργάνωση δημιουργώντας μέσω της γερμανικής πολιτιστικής επέκτασης, φιλικούς θύλακες σ΄ όλη την Ευρώπη.  
Η Μαριάννα μαθαίνει, απ΄ το Ρόχας, πως πολλά απ΄ τα μέλη της οργάνωσης είναι απόγονοι των «παιδιών της Βέρμαχτ» (σ. σ. παιδιά που γεννήθηκαν απ΄ την ένωση Γερμανών στρατιωτών με γυναίκες των  κατακτημένων χωρών) ή των Lebensborn, των κοινοτήτων όπου ο Χίμλερ δημιουργούσε την άρια φυλή του!

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

THE HABER RULE

A historical novel by Michael Pitenis 
Can the economic crisis bring the ghost of fascism in Europe back to life?
Marianna, a 30-year-old Greek lawyer, is totally dedicated to the objective of the “Germany for a United Europe” organization, namely the spreading of German culture. Her romance with the German head of the organization, the charming cosmopolitan Otto Schandau, is an extra motive for her to work even harder towards her goals, but also to keep her eyes and ears shut to events that would otherwise have made her feel very concerned.
However, everything turns upside-down during her last trip to Munich, a usual meeting place for organization members based all over Europe, due to the appearance of Spanish political scientist and activist Enrique Rojas, who claims that  the organization is nothing but a German Trojan horse for the peaceful conquest of Europe. The economic crisis, which revealed the vulnerability of most of their European Union partners, combined with their own powerful economic position, presents them with a first-rate opportunity to do just that - especially with the organization creating German-friendly pockets all over the continent through cultural expansion.  

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Μπράβο στο κορίτσι, αλλά μην αρχίσουμε ξαφνικά να ζητάμε παντού σκοπευτήρια...

Η δόξα και η τιμή ανήκει πρωτίστως και κυρίως στην Άννα Κορακάκη για τις ολυμπιακές της επιτυχίες. Από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να χαίρεται και να καμαρώνει όπως το αισθάνεται και όσο θέλει.
Μέχρι εκεί όμως... Το να εμπλακούμε σήμερα σε μια συζήτηση με τα... συνήθη αναπόφευκτα αναθέματα και την αρνητική κριτική για την επιτυχία που ήρθε παρά την χτυπητή έλλειψη σκοπευτηρίων που οι αρμόδιοι δεν φρόντισαν να έχουμε κ.τ.λ. κ.τ.λ., είναι τουλάχιστον παράλογο. Και είναι γιατί μας λείπουν πολλά περισσότερα που θέτουν σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια μας τη ζωή (π.χ. ελλείψεις στο χώρο της υγείας) και τα σκοπευτήρια δεν είναι σ΄ αυτή την κατηγορία.
Φυσικά σε μια σύγχρονη και οργανωμένη κοινωνία όλα χρειάζονται και το καθένα έχει τη θέση και την αξία του. Μόνο που στη δική μας ακόμα και τα αυτονόητα και τα απαραίτητα έγιναν... πολυτέλεια, με αποτέλεσμα σε πάρα πολλούς τομείς να πρέπει να ξεκινήσουμε απ΄ την αρχή. Εάν ποτέ βέβαια ξεφύγουμε απ΄ τη λογική του ράβε ξήλωνε, εξ αιτίας της οποίας ακόμα και όσα δημιουργήθηκαν με κόπο και σημαντικό κόστος, μπορεί να ακυρωθούν εν μία νυκτί, εν όψει κάτι καλύτερου, πιο προωθημένου ή αποτελεσματικότερου που αργεί ή δεν έρχεται ποτέ...

Συγχαρητήρια λοιπόν στο κορίτσι που με την τεράστια επιτυχία του επιβεβαίωσε και κάτι που ξέρουμε όλοι μας πολύ καλά. Στην Ελλάδα οι επιτυχίες έρχονται μέσα από μοναχικούς και δύσβατους δρόμους που για να τους βαδίσεις χρειάζεται εκτός από ταλέντο και πολύ δουλειά και ψυχή. Στοιχεία που αυτό το κορίτσι σίγουρα διαθέτει.... 

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Γιώργος Χρονάς- «Προσωρινή μέθη»

         “Τα ωραία πράγματα είναι μοναχικά, είναι δραματικά, είναι στερημένα, είναι τραγικά, είναι με λίγα υλικά… Λίγα και ταπεινά είναι και τα υλικά των στίχων μου. Αυτή είναι όλη η τέχνη μου. Προσπαθώντας να κάνω τα ποιήματα μου αντισεισμικά, δηλαδή να αντέχουν στο χρόνο και να ΄ναι ισχυρά, διαλέγω υλικά ταπεινά. Όσο υπάρχουνε δάκρυα στα μάτια των ανθρώπων, όσο οι τηλεοράσεις διαφημίζουν τη χαρά αλλά οι άνθρωποι θα παίρνουν λύπη, εγώ θα γράφω τα ποιήματα μου με τα πιο ξεπεσμένα υλικά. Ένα τακούνι σπασμένο, ένα κρεβάτι σ΄ ένα ξενοδοχείο πέμπτης κατηγορίας, ένα υπόγειο γεμάτο καπνούς, ένα γράμμα σκισμένο, ένα πακέτο άδειο- αυτά είναι τα περιουσιακά μου στοιχεία. Με ό,τι ευτελέστερο, εγώ θα στήνω το ποίημα. Ενώ οι περισσότεροι ψάχνουν τα υψηλά υλικά, εγώ παίρνω ό,τι πετούν οι άλλοι και μ΄ αυτά κάνω τα ποιήματα μου. Επειδή ξέρω πως μερικές φορές κάτι συμβαίνει και ο Θεός κατεβαίνει σε μικρά, βρώμικα, μοναχικά δωμάτια, που φωτίζονται από γυμνές λάμπες ”.   
            Μου προσφέρει το τελευταίο του βιβλίο, «Προσωρινή μέθη», Εκδόσεις Οδός Πανός, μαζί με το νέο τεύχος του περιοδικού "Οδός Πανός", τον περασμένο Μάη στη Θεσσαλονίκη, όταν σταθήκαμε για λίγο μπρος στον πάγκο του στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Ανταλλάσσουμε μόλις δύο τρεις λέξεις, στην πρώτη και μοναδική φορά μέχρι τώρα που συνάντησα τον ποιητή, εκδότη και δημοσιογράφο, Γιώργο Χρονά, και αποχωρώ πότε λοξοκοιτώντας προς το μέρος του και πότε γυρνώντας απ΄ τη μια και την άλλη μεριά το περιοδικό σαν να θέλω να πειστώ πως σ΄ ένα απ΄ τα διπλά του εξώφυλλα απεικονίζεται ο Κώστας Ταχτσής και στο άλλο ο πρόσφατα απολεσθείς λαϊκός μουσουργός και τραγουδιστής Παντελής Παντελίδης!
            Δεν το κρύβω. Μου φαίνεται εξόχως αντιφατικό να συνυπάρχουν, έστω και κατ΄ αυτό τον τρόπο Ταχτσής και Παντελίδης. Αναζητώ στις σελίδες του περιοδικού την απάντηση. Τη βρίσκω, τελικά, στην «Προσωρινή μέθη». Στα μικρά και ευσύνοπτα κείμενα που αναφέρονται σε συναισθήματα και σκέψεις για φίλους του, για πρόσωπα που δε γνώρισε ποτέ αλλά θαυμάζει, για στιγμές που έζησε. Στις δέκα συνεντεύξεις που πήρε από διάφορες προσωπικότητες της τέχνης και στις πέντε που ο ίδιος παραχώρησε. Σ΄ όλα αυτά που αποτυπώνουν μια διαδρομή τριάντα πέντε χρόνων (1980-2015) και εν πολλοίς αποκαλύπτουν και το ποιος είναι ο Γιώργος Χρονάς. Ένα ανοιχτό πνεύμα που έχει διαμορφώσει τα δικά του πιστεύω, χωρίς να περιχαρακωθεί μέσα σ΄ αυτά. Πού δίνει χώρο και χρόνο στο άλλο, το διαφορετικό. Ακόμα και το ξένο προς αυτόν.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Ένα… βολικό πραξικόπημα;

             Όποια άποψη και αν έχει κανείς για τον Πρόεδρο της Τουρκίας κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν μπορεί να μην παραδεχτεί πως στη χθεσινή απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του έδρασε με εκπληκτική πολιτική μαεστρία και το κατέστειλε εν τη γενέσει του (σ. σ. σε μια χώρα που ο στρατός της γνωρίζει πολύ καλά να οργανώνει επιτυχημένα πραξικοπήματα).

Έτσι απέδειξε, τουλάχιστον, δύο πράγματα.

            Πόσο μεγάλος πολιτικός ηγέτης είναι και πόσο τον αγαπάει ο λαός του!

            Α, να μην ξεχάσουμε να επισημάνουμε πως καταγγέλλοντας ευθέως απ΄ την αρχή τον κ. Φετουλάχ Γκιουλέν ως υποκινητή του πραξικοπήματος, φαίνεται να ξεμπερδεύει και με αυτόν που θεωρούνταν απ΄ το 2013 ως ο υπ΄ αριθμόν ένα εχθρός του!

            Ο πρώην ιμάμης κ. Γκιουλέν, εκφραστής ενός πιο κοσμικού Ισλάμ, έχει προτρέψει τους οπαδούς του να κινηθούν «μέσα στις αρτηρίες του συστήματος χωρίς ουδείς να προσέξει την ύπαρξή σας μέχρι να φθάσετε σε όλα τα κέντρα εξουσίας», κάτι που ο ίδιος κάνει με επιτυχία καθώς μόνο στις ΗΠΑ όπου είναι μόνιμα εγκατεστημένος απ΄ το 1999 ίδρυσε 130 σχολεία με 45.000 μαθητές, που λειτουργούν με χρηματοδότηση του Αμερικανικού κράτους!

            Το ρεπορτάζ της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ στις 19/12/2013 είναι άκρως αποκαλυπτικό και μπορεί όποιος θέλει να το διαβάσει στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.tovima.gr/world/article/?aid=550552

                Όποιος το διαβάσει ίσως του δημιουργηθούν ερωτήματα, όπως αν τελικά αυτή η αποτυχημένη απόπειρα βολεύει πολλούς και διάφορους και όχι βέβαια μόνο τον Ερντογάν.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Το σύμπτωμα κυνηγάμε πάλι, όχι την αιτία.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που οδηγούν σε μια δολοφονία. Κανένας, όμως, λόγος δεν δικαιολογεί τη δολοφονία.
Αρνούμαι να δω βίντεο και φωτογραφίες απ΄ το μακελειό της Νίκαιας. Με σοκάρει ο αριθμός των νεκρών. Το γεγονός πως κάποιοι άνθρωποι βρέθηκαν απ΄ τη μια στιγμή στην άλλη απ΄ την αμεριμνησία σε έναν αγώνα ταχύτητας με το θάνατο, έχοντας τις πιθανότητες εις βάρος τους. Δε θέλω να σκέφτομαι τα βλέμματα εκείνων που θα ΄ναι καρφωμένα σε μια κλειστή πόρτα, σε μια άδεια καρέκλα, σε ένα έρημο κρεβάτι...
Δεν με θλίβει περισσότερο που ό,τι συνέβη, συνέβη στην Ευρώπη. Το αίμα των αθώων έχει παντού το ίδιο χρώμα, άσχετα αν ποτίζει την άσφαλτο ή μουσκεύει το χώμα, την άμμο...
Με εξοργίζει που πάλι θα γίνουν δηλώσεις συμπάθειας και θα δοθούν υποσχέσεις για τιμωρία των ενόχων. Το σύμπτωμα κυνηγάμε πάλι, όχι την αιτία. Κι ας ξέρουμε πως θα αργά ή γρήγορα θα γεννήσει και άλλο τρόμο...  

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Δάσκαλος αντάξιος των περιστάσεων...

             Πολλοί άνθρωποι υψηλού πνευματικού επιπέδου ή μέγιστου ταλέντου, με αξιοζήλευτες επιδόσεις σε διάφορα επιστημονικά ή καλλιτεχνικά πεδία, με αποδοχή και αναγνώριση απ΄ την κοινωνία, σε πλείστες όσες περιπτώσεις αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Τις κρίσιμες ώρες κρύφτηκαν σιωπώντας, ή σιώπησαν κρυπτόμενοι.

            Ο καθηγητής Δ. Ν. Μαρωνίτης δεν ήταν ένας απ΄ αυτούς. Εκτός της πολυποίκιλης πνευματικής του προσφοράς ως δάσκαλος και συγγραφέας, ήταν και εξ αυτών που στα δύσκολα δεν σιώπησαν.

            Αντιγράφω απ΄ το άρθρο του Γιώργου Καρελιά (protagon.gr-  13-7-2016) με τίτλο "Οι δάσκαλοι που δεν σιώπησαν στα δύσκολα…":

"...ο καθηγητής Δ. Ν. Μαρωνίτης, ο οποίος στο τελευταίο μάθημά του(1968), λίγο πριν απολυθεί από το πανεπιστήμιο, συλληφθεί και εξοριστεί, είπε στους φοιτητές του:
Το μάθημα τούτο αναγκάζομαι να το κάνω κάτω από απειλητικούς ψιθύρους. Μου λείπει επομένως το κέφι να μιλήσω για τα Κύπρια Έπη, εφόσον μάλιστα ενδέχεται αυτά τα λόγια να είναι και τα τελευταία που ακούτε από το στόμα μου. Γι’ αυτό και παρεκκλίνω από τον ίσιο δρόμο και, ακολουθώντας τον πιο αντιπαθητικό από τους αρχαίους συγγραφείς, λέω να το ρίξω στις υποθήκες, για να εξορκίσω έτσι τον Μεταξά και τους σύγχρονους επιγόνους του:
-Κρατήστε ξύπνιο το μυαλό σας στους σκοτεινούς καιρούς. Μ’ αυτό κυρίως θα πολεμήσετε τη βαναυσότητα της εξουσίας.
-Μην απομονωθείτε. Με το λόγο, τη σιωπή και την πράξη σας σταθείτε πλάι σε κάποιον: στη μάνα σας, στον αδελφό ή στο φίλο σας, και προπαντός στα νεότερα παιδιά, που περιμένουν από σας να δουν αν θα τους φράξετε ή θα τους ανοίξετε το δρόμο της ελεύθερης αναπνοής.
-Μη φοβάστε τους ανθρώπους που έχουν ρωμαλέα πάθη: όσους οργίζονται, πίνουν και αγαπούν. Πολεμάτε μόνο τους κάπηλους της ελληνοχριστιανικής ηθικολογίας. Απομονώστε όσους συνεχώς χαμογελούν, που όταν μιλούν δεν σας κοιτούν στα μάτια, κι όταν τους δίνετε το χέρι, δεν ξέρουν ή δε θέλουν να το σφίξουν. Ανάμεσά τους θα βρείτε τους χαφιέδες.
-Σηκώστε με σεμνότητα το χρέος που σας ανήκει. Φανείτε εις μικρόν γενναίοι".

            Το έργο του Δ. Ν. Μαρωνίτη χαίρει ήδη της αναγνώρισης που του αξίζει. Είναι εξίσου σημαντικό να αναγνωρίσουμε και τα όσα δίδαξε με τη στάση που κράτησε και τις απόψεις που εξέφρασε τις ώρες που ο λόγος του όσο απαραίτητος ήταν άλλο τόσο και δύσκολος λόγω των κινδύνων στους οποίους θα τον εξέθετε. Πήρε όμως το ρίσκο αποδεικνύοντας πως ήταν ένας δάσκαλος αντάξιος των πιο δύσκολων περιστάσεων...       

Το δίκαιο του άλλου...

           Στις 11 Ιουλίου 1998, σε ηλικία μόλις 55 ετών, έφυγε απ΄ τη ζωή ο Παναγιώτης Κονδύλης, φιλόσοφος και συγγραφέας που ήταν απ΄ τους πρώτους που διείδε την παρακμή της σύγχρονης Ελλάδας και προσπάθησε μέσα από ορισμένα σημαντικά κείμενα που μας άφησε να την ερμηνεύσει και να την αιτιολογήσει.
            Τη μέρα που χάθηκε τον θυμήθηκε και τον μνημόνευσε το arti news με ένα κείμενο υπό τον τίτλο "Ποιος θυμάται τον Παναγιώτη Κονδύλη;", όπου υπήρχαν κάποιες απ΄ τις απαντήσεις που ΄χε δώσει λίγους μήνες πριν το θάνατο του στο Σπ. Τσακνιά για μια συνέντευξη του στο περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ.
            Απ΄ αυτή τη συνέντευξη αρκεί ένα μικρό απόσπασμα από μια εκ των απαντήσεων του για να θαυμάσεις το πνευματικό μέγεθος, ενός ανθρώπου που μπορεί να λείπει απ΄ τη σημερινή κοινωνία αλλά η πνευματική του παρακαταθήκη είναι τέτοια που αν διαβαστεί ίσως μας βοηθήσει να δούμε με πιο καθαρή ματιά μπροστά μας..       
 "Μια από τις κρίσιμες ανακαλύψεις στην πνευματική μου ζωή, την οποία έκαμα ¬ ευτυχώς όχι πολύ αργά ¬ όταν ακόμα αισθανόμουν και ο ίδιος στρατευμένος, είναι ότι ο απέναντί σου, εκείνον που εσύ θεωρείς αντίπαλο ή εχθρό σου, εκείνος που ίσως είναι διώκτης σου, μπορεί να έχει εξ ίσου καθαρή συνείδηση και εξ ίσου αγνά κίνητρα όσο και εσύ, να διαπνέεται από την ίδια ακλόνητη πεποίθηση για το δίκαιό του…".

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

“Υποταγή” του Μισέλ Ουελμπέκ (εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ) Η ευρωπαϊκή κοινωνία έχει υποταχθεί στη μοίρα της που την οδηγεί σ΄ ένα μουσουλμανικό μέλλον;

             Αν ισχύει η άποψη του Αντρέ Ζιντ πως “το μυθιστόρημα εγκαθίσταται αφηγηματικά στο παρόν και θεάται το μέλλον” τότε είναι απόλυτα δικαιολογημένος ο θόρυβος που προκάλεσε στη Γαλλία το μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ “Υποταγή”, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, καθώς ο συγγραφέας «βλέπει» τον πρώτο Μουσουλμάνο να αναλαμβάνει το αξίωμα του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας στο κοντινό 2022!

            Όχι βέβαια με κάποιο πραξικόπημα αλλά με μια καθόλα δημοκρατική εκλογή, έχοντας τη συνδρομή των δύο μέχρι τότε εναλλασσόμενων πόλων της πολιτικής εξουσίας, της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, που μένοντας εκτός παιχνιδιού (στο β΄ γύρο των προεδρικών εκλογών) συνασπίζονται και στοιχίζονται πίσω απ΄ το μουσουλμανικό κόμμα για να φράξουν το δρόμο στο ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο. 
               Παιχνίδια ενός ευφάνταστου και ιδιαίτερα ταλαντούχου συγγραφέα που απλώς δοκιμάζει τα ήδη τεντωμένα νεύρα των συμπατριωτών του, αλλά και πολλών απ΄ τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, εξ αιτίας και των διάφορων πρόσφατων αιματηρών τρομοκρατικών επιθέσεων σε ευρωπαϊκό έδαφος με θύτες εξτρεμιστές μουσουλμάνους;
            Η απάντηση μου είναι πως δεν υπάρχει κανένα απολύτως παιχνίδι, παρά μόνο η προσέγγιση από έναν σπουδαίο ευρωπαίο λογοτέχνη ενός υπαρκτού προβλήματος για την Ευρώπη που δεν το ανακάλυψε τα τελευταία χρόνια, αλλά την απασχολεί από παλιά. Είναι χαρακτηριστικό ένα ρεπορτάζ που είχε φιλοξενήσει η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, που υπέγραφε η κ. Μαρία Αντωνιάδου, στις 15/12/2002 υπό τον τίτλο «Οι μουσουλμάνοι τρομάζουν την Ευρώπη». Στο ρεπορτάζ γινόταν προσπάθεια να εξηγηθεί το γιατί οι τότε ηγέτες της Γαλλίας (Σιράκ) και Γερμανίας (Σρέντερ) έβαζαν εμπόδια στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι: «Πίσω όμως απ΄ όλα αυτά υπάρχει, αν και καλά καλυμμένος, ο φόβος των δύο ισχυρών της Ε.Ε. για την παρουσία εκατομμυρίων μουσουλμάνων στην Ευρώπη».

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

«ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ» της Nina George (εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ) Ύμνος στα βιβλία και τις λέξεις.

“…ένα μυθιστόρημα μοιάζει με κήπο στον οποίο ο αναγνώστης πρέπει να αφιερώσει χρόνο προκειμένου να ανθίσει”. Ο βιβλιοπώλης Ζαν Περντί,  πρωταγωνιστής του βιβλίου της Nina George «ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ» - εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ, δεν πουλάει βιβλία αλλά… συνταγογραφεί το κατάλληλο για την περίπτωση του κάθε πελάτη που διαβαίνει τη ράμπα για να βρεθεί από την αποβάθρα του Σηκουάνα στο πλωτό του βιβλιοπωλείο που παραμένει για είκοσι και πλέον χρόνια δεμένο στην ίδια θέση. Το «Λογοτεχνικό φαρμακείο», όπως ονομάζει το βιβλιοπωλείο που έχει στήσει πάνω σε μια παλιά ποταμίσια φορτηγίδα, είναι ουσιαστικά ο δικός του κόσμος που εγκαταλείπει μόνο τα βράδια για να ξημερώσει στο σχεδόν άδειο διαμέρισμα του στην οδό Μοντανιάρ. Ένας κόσμος περιστοιχισμένος και περίκλειστος από βιβλία, που ο ίδιος διαβάζει μανιωδώς και αχόρταγα για να ΄ναι σίγουρος πως στον κάθε πελάτη του θα προτείνει το κατάλληλο καθώς πιστεύει ότι είναι εσφαλμένη “η κοινή αντίληψη ότι οι βιβλιοπώλες φροντίζουν τα βιβλία. Τους ανθρώπους φροντίζουν ”.        
Διαβάζει μέρα νύχτα χωρίς όμως να τολμήσει να ανοίξει και να διαβάσει το γράμμα που μένει σφραγισμένο και κλεισμένο σ΄ ένα συρτάρι τραπεζιού ενός δωματίου που δεν χρησιμοποιείται ποτέ. Το γράμμα που είναι τελικά το σημαντικότερο κείμενο για τη δική του ζωή, αφού αποστολέας του ήταν ο μεγάλος και ανολοκλήρωτος έρωτας της ζωής του, η Μανόν, που φεύγοντας ξαφνικά πριν είκοσι ένα χρόνια δεν έκλεισε απλώς την πόρτα πίσω της αλλά και τον ίδιο τον Περντί σ΄ ένα αδιέξοδο απ΄ το οποίο δεν θέλει ο ίδιος να βγει.
Ένα απρόσμενο γεγονός φέρνει στα χέρια του το γράμμα και βρίσκοντας το κουράγιο να το διαβάσει, λύνει τους κάβους για να ξεκολλήσει η φορτηγίδα- βιβλιοπωλείο απ΄ την αποβάθρα και μαζί της και η ζωή του απ΄ το τέλμα.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Παύλος Τζερμιάς: Μια σύντομη αλλά ευτυχής γνωριμία.



Ως είδηση προβλήθηκε ελάχιστα και το πληροφορήθηκα, τυχαία, καθυστερημένα. Στις 13 Μαΐου 2016 έφυγε απ΄ τη ζωή στα 90 του ένας σημαντικός άνθρωπος, ο Παύλος Τζερμιάς.  
Ποιος ήταν ο εκλιπών;
Σύμφωνα με το The Books Journal «ο ακαδημαϊκός και φιλόσοφος Παύλος Ν. Τζερμιάς, ήταν μια σημαντική μορφή της ελληνικής σκέψης, σχετικά απροσπέλαστη στην Ελλάδα αλλά με σημαντική ακαδημαϊκή δράση στο  εξωτερικό.

Ο Παύλος Ν. Τζερμιάς είχε τη φήμη ενός διανοητή που, καθώς επισημαίνει το πολύτομο Historisches Lexikon der Schweiz, συνέβαλε σημαντικά στην προώθηση των ελληνικών σπουδών. Ο στοχαστής, στο έργο του, προσέγγισε την ελληνική φιλοσοφική σκέψη με πυξίδα την κοινωνική δικαιοσύνη σε συνθήκες ελευθερίας. Όπως τονίζεται στον πρόλογο του βιβλίου του Περιήγηση στην ελληνική φιλοσοφία (Ι. Σιδέρης, 2011), η ανθρωπιστική ουσία του κλασικού ελληνικού πολιτισμού αποτελεί πολύτιμη περιουσία ολόκληρης της ανθρωπότητας, ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς μιας κρίσης όχι μόνο κοινωνικοοικονομικής, αλλά και ιδεολογικοπολιτικής, πνευματικής και ηθικής.
Ευρωπαϊστής, βενιζελικός, υπέρμαχος ενός ελληνικού φιλελεύθερου δυτικού τρόπου ζωής (τις κατευθύνσεις του οποίου, θεωρούσε, καθόρισε στη μεταπολίτευση ο Κωνσταντίνος Καραμανλής), ασχολήθηκε με τα μεγάλα θέματα του ελληνισμού (Κυπριακό, σύγχρονη ταυτότητα, ο ρόλος του Βυζαντίου, ο ελληνικός εθνικισμός κ.λπ.). Δεν ήταν πάντα εύστοχος, μεγάλο τμήμα του έργου του αναλώθηκε στην ποσότητα (έγραψε 42 ογκώδη στην πλειονότητά τους βιβλία), σε βάρος της πρωτοτυπίας και της διεισδυτικότητας. Ωστόσο, ήταν ένας διανοούμενος με γερή σκευή, ιδιαίτερα ανήσυχος και παρεμβατικός στην περιοχή των πνευματικών συζητήσεων.

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Εγώ τα λέω, αυτός τα γράφει…

Ένα απ΄ τα πολλά που οφείλω στον πατέρα μου είναι πως παρότι διαθέτει μια έντονη προσωπικότητα δεν προσπάθησε ποτέ να επηρεάσει τη δική μου. “Σου έχω εμπιστοσύνη”. Τρεις λέξεις του στην ηλικία των 18 χρόνων όταν αποχωρίστηκα οριστικά το πατρικό σπίτι και άρχισα το δικό μου ταξίδι με πρώτο σταθμό την Ιταλία και την Περούτζια με συντροφεύουν έκτοτε και είναι οι ίδιες λέξεις που θέλησα να πάρουν και τα δικά μου παιδιά στις αποσκευές τους.
Το 1997, περίοδος της αποκριάς, έχουμε ανεβάσει με τη θεατρική μας ομάδα των ΟΧΛΗΡΩΝ στην Αίθουσα Τέχνης της Κοζάνης, τη δική μου σατιρική ηθογραφία «Πού ΄ν΄  τσ΄ οι άλλοι» (δηλαδή, Πού είναι οι άλλοι). Τίτλος εμπνευσμένος από ένα δικό του ευφυολόγημα (κυκλοφορούσε σ΄ όλη την πόλη απ΄ το 1975 όταν και επέστρεψε απ΄ την 14μηνη παραμονή του στην Αμερική. Όταν τον ρωτούσαν «πώς πέρασες στη Νέα Υόρκη Λοχαγέ;», το προσωνύμιο του, έλεγε πως σε μια απ΄ τις δουλειές που εργάστηκε ήταν και ένα υπόγειο μεγάλου εστιατορίου, όπου έπλενε πιάτα. Με το που τον οδήγησε εκεί το αφεντικό, του έδειξε ένα ασανσέρ απ΄ το οποίο θα κατέβαιναν τα πιάτα , απ΄ όπου έπρεπε να τα βγάζει και να τα πλένει. Ο πατέρας μου τότε τον ρώτησε: «Μόνος μου θα είμαι;». «Όχι» απάντησε το αφεντικό. «Θα έρθουν και άλλοι». Το ασανσέρ άρχισε να ανεβοκατεβαίνει, τα πιάτα στοιβάζονταν, ο πατέρας μου έπλενε, ψυχή όμως δε φαινόταν. Οπότε κάποια στιγμή γυρίζει και λέει: «Πού ΄ν΄ τσ΄ οι άλλοι;»).
Στις τέσσερις παραστάσεις που δόθηκαν, με εξαιρετική επιτυχία καθώς κόπηκαν 5.500 εισιτήρια!- ήταν στην είσοδο του θεάτρου και δεχόταν συγχαρητήρια για το γιο του, λέγοντας: «Σας άρεσε; Ξέρετε εγώ τα λέω και αυτός τα γράφει»!

Να ΄σαι καλά Λοχαγέ μου. Να λες όσα περισσότερα μπορείς για να μ΄ εμπνέεις. Να συνεχίσεις να κυκλοφορείς μες τον κόσμο όπως μόνο εσύ ξέρεις κι ας βράδυνε πια το βήμα σου και διαμαρτύρεσαι πως σου πονούν τα πόδια. Να περπατάς γιατί στ΄ αχνάρια που αφήνεις πίσω σου μπορεί να μην πατήσουμε ποτέ η Στέλλα και γω, αλλά θα τα αναζητούμε πάντα καθώς εκεί θα υπάρχει κάτι και από μας… 

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Μ΄ ένα φορτηγό μπαρκάρισα…

“Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική”.
Κ.Π. Καβάφης- ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Προσφεύγω σε κείμενα αγαπημένα, ως να ‘ναι ασφαλή καταφύγια που δεν προφυλάσσουν απ΄ τις βόμβες, γιατί άλλωστε; Δεν έχουμε πόλεμο… - αλλά από εκείνη τη μακρόσυρτη και συριστική οχλοβοή των πολυσύχναστων δρόμων, όπου τα μάτια εγκλωβισμένα στην αέναη κίνηση συμπαρασύρουν και την ακοή σε μια αποχαύνωση που τη ναρκώνει πριν προλάβει να καταλάβει πως τη νεκρώνει τελικά.
Προσφεύγω. Επιλέγω σκοπίμως αυτό το ρήμα, αντί για το «προστρέχω». Το επιλέγω γιατί έχει μέσα του τη λέξη φυγή. Από πού όμως και πώς να φύγεις;
“Ένα το χελιδόνι  κι η Άνοιξη ακριβή
Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες να ΄ναι στους Τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.”
Οδυσσέας Ελύτης- ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Θυμάμαι το φίλο μου, τον καλό συγγραφέα, μα πάνω απ΄ όλα ξεχωριστό άνθρωπο, Μήτσο Κασόλα να διαφωνεί σφόδρα με τους στίχους αυτούς του Ελύτη και να τους παραφράζει βάζοντας στη θέση των χιλιάδων νεκρών ζωντανούς και αρνούμενος να εκχωρήσει ούτε μια στάλα αίμα των ζωντανών για να γυρίσουν, επιτέλους, αυτοί οι Τροχοί.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Η καύση των ματαιοτήτων και ο… θρήνος των αυταπατών.

              Εκείνη την Αμαρτωλή Τρίτη της 7ης Φεβρουαρίου 1497, ημέρα της κορύφωσης του καρναβαλιού, έσπευσαν στην κεντρική πλατεία της Φλωρεντίας όλοι οι κάτοικοι της για να δουν μια πυραμίδα ύψους δεκαοκτώ μέτρων να παραδίδεται στις φλόγες.
            Τράπουλες, ζάρια, σκακιέρες, σκιές ματιών, βαζάκια ρουζ, αρώματα, δίκτυα για τα μαλλιά, κοσμήματα, αποκριάτικα κοστούμια και μάσκες, αλλά κυρίως παγανιστικά βιβλία, χειρόγραφα Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων, κλασικά γλυπτά και πίνακες, στοιβάχτηκαν δημιουργώντας αυτή την τεράστια πυραμίδα, στην οποία έβαλε φωτιά ο Δομινικανός μοναχός, πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης της Φλωρεντίας, Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα (1452- 1498).
            Ο ίδιος ονόμασε την αποτρόπαια αυτή ενέργεια του που συνεχίστηκε και επαναλήφθηκε με αμείωτο ζήλο μέχρι την καταδίκη και την εκτέλεση του το 1498, καταστρέφοντας πολλά έργα τέχνης και βιβλία, ως “καύση των ματαιοτήτων”.

            Ο ξερακιανός Δομινικανός μοναχός για μια πενταετία, περίπου, γοήτευε τα πλήθη της Φλωρεντίας και τα οδηγούσε όπως και όπου ήθελε. Δεν είναι γνωστό αν μετά την εκτέλεση του θρήνησαν για τις αυταπάτες στις οποίες τους οδήγησε, πως ρίχνοντας στην πυρά όλα αυτά τα σημαντικά έργα θα εξαγνίζονταν, εξαλείφοντας μια για πάντα την αμαρτία. 

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Πόντος, η χαμένη πατρίδα της ιστορίας, του πολιτισμού και της μνήμης.

«Δεν ξέρω τι θα φέρει ο χρόνος και πόσο η ιστορία θα ανταποκριθεί στις θελήσεις των καλύτερων παιδιών της. Εγώ πάντως θα επιμένω να γράφω στη γλώσσα της  γιαγιάς μου που με γοητεύει ιδιαίτερα και θα μιλάω πάντοτε για κείνη τη γη. Τη γη του Πόντου. Για την πατρίδα μου.
    Τη χαμένη πατρίδα, όχι των εδαφών, αλλ’ εκείνη της ιστορίας, του πολιτισμού και της μνήμης. Όπως και ο Κωστής Μοσκώφ που λέει, "αρνούμαι την ανταλλαγή. Οι πρόγονοί μου θα μείνουν πάντα στον Πόντο, ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τις κορφές του Τσιάμπαζι"»*.
 Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιοι δεσμοί τόσο ισχυροί κρατούν τους Έλληνες του Πόντου προσκολλημένους στην ανάμνηση μιας πατρίδας που για τους περισσότερους πλέον είναι μια κληρονομημένη ανάμνηση. Μια ανάμνηση που ενώ με το πέρασμα του χρόνου θα μπορούσε να μοιάζει σαν τις παλιές ξεθωριασμένες φωτογραφίες όπου τα πρόσωπα δύσκολα πια ξεχωρίζουν, αυτή, αντιθέτως, θυμίζει όλο και περισσότερο φωτογραφικό στιγμιότυπο που τραβήχτηκε πρόσφατα.
Πιο ξεκάθαρη απάντηση δε βρήκα απ΄ αυτή που δίνει ο Πόντιος λογοτέχνης Κώστας Διαμαντίδης στο παραπάνω κείμενο, λέγοντας πως μιλά για «Τη χαμένη πατρίδα, όχι των εδαφών, αλλ’ εκείνη της ιστορίας, του πολιτισμού και της μνήμης…».

Θαυμάζω τους Πόντιους γι΄ αυτό. Οι γενιές αθροίζονται η μια πίσω απ΄ την άλλη μα οι χαμένες πατρίδες παραμένουν αλησμόνητες. Ακόμα και για όσους δεν τις γνώρισαν ή δεν κατάφεραν ακόμα να τις επισκεφτούν.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

“Η εφεύρεση των φτερών” Της Σου Μανκ Κιντ (εκδόσεις Λιβάνη) ΕΝΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

            “Η ιστορία δεν είναι μόνο πράξεις και γεγονότα, είναι επίσης ένας πόνος στην καρδιά. Και επαναλαμβάνουμε την ιστορία μέχρι να καταφέρουμε να νιώσουμε τον πόνο κάποιου άλλου σαν δικό μας ”.  Τα λόγια αυτά του καθηγητή Τζούλιους Λέστερ ενέπνευσαν τη Σου Μανκ Κιντ να γράψει το μυθιστόρημα της “Η εφεύρεση των φτερών” (εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ), όπως σημειώνει η ίδια. Ξεδιπλώνοντας την αφήγηση της που μεγάλο μέρος της βασίζεται σε γεγονότα και η μία απ΄ τις πρωταγωνίστριες της, η Σάρα Γκριμκέ. είναι ιστορικό πρόσωπο, καταφέρνει να μεταδίδει τον πόνο των ηρώων στους αναγνώστες της.
            Η Χέτι Σκοτούρα Γκριμκέ, η μικροκαμωμένη σκλάβα, η λευκή Σάρα, ο μικρόκοσμος του σπιτιού των Γκρίμκε,  ιδιοκτητών φυτείας και σκλάβων, η κοινωνία του Τσάρλεστον (Η.Π.Α.) των αρχών του 19ου αιώνα, ζωντανεύουν μέσα σ΄ αυτό το αριστουργηματικό έργο και είναι στιγμές που σου κόβεται η ανάσα λες και πρόκειται το μαστίγιο που σφυρίζει στον αέρα να χαρακώσει τη δική σου πλάτη, ή πώς κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να υποστείς μια επώδυνη τιμωρία για ασήμαντη αιτία. Κι όλα αυτά ευλογώντας και δοξάζοντας το Θεό, όπως όλοι οι λευκοί αρέσκονται να τονίζουν στους σκλάβους τους πως είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, γιατί σ΄ έκανε αυτό που είσαι.
            “Προσέχετε να μη γίνετε διπλά σκλάβοι, όχι μόνο στο σώμα αλλά και στο μυαλό σας”.  Αυτό ακούγεται στο κήρυγμα στην εκκλησία των Αφρικανών και η Σκοτούρα το υιοθετεί απολύτως. Σκλάβα μόνο στο σώμα που όσο εκείνο κακοπαθαίνει και σακατεύεται, άλλο τόσο το μυαλό ταξιδεύει. Τα πούπουλα των πουλιών που μαζεύει απ΄ το χώμα είναι για τα δικά της φτερά που όμως θα γίνουν και φτερά της Σάρας. Γιατί και εκείνη έχει να αποτινάξει από πάνω της τα δικά της δεσμά. Δεν είναι εύκολο ούτε απλό. Η θεοσεβούμενη και ευσεβής κοινωνία της εποχής του Αμερικάνικου Νότου δεν καταδυναστεύει μόνο τους μαύρους σκλάβους της, στραγγίζοντας μέχρι και την τελευταία σταγόνα απ΄ τον ιδρώτα και το αίμα τους για τη δικιά της ευημερία και καλοπέραση, επικαλούμενη διαρκώς πως αυτό είναι θέλημα Θεού. Στραγγαλίζει και όσα μέλη της τολμήσουν να εξοκείλουν μη αποδεχόμενα τους κανόνες που ισχύουν και τον καθιερωμένο τρόπο ζωής.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Πώς θ΄ απολογηθούμε στα παιδιά;

            Θεσσαλονίκη σήμερα 14 του Μάη, 13η Διεθνής έκθεση βιβλίου. Κόσμος πολύς, εκδηλώσεις η μία πίσω απ΄ την άλλη, πάγκοι φορτωμένα βιβλία.
            Απ΄ ένα σημείο και έπειτα ούτε καν προσέχω από πού περνάω, ποιον βλέπω. Το μυαλό μου κολλημένο στα όσα μου αφηγήθηκε μια φίλη πριν λίγο στο δικό της περίπτερο.
            Κάθε χρόνο, τις δύο πρώτες μέρες της έκθεσης, Πέμπτη και Παρασκευή, σχολεία επισκέπτονται την έκθεση. Έτσι έγινε και φέτος. Τα παιδιά ξεναγήθηκαν και ορισμένα θέλησαν και ν΄ αγοράσουν κάποιο απ΄ τα βιβλία που τους άρεσε. Πωλητές βρέθηκαν μπροστά στο αναπάντεχο ερώτημα. «Έχω μόνο τρία, ή δύο ευρώ. Μπορώ να αγοράσω αυτό το βιβλίο που κάνει πέντε;».
            Δε ρώτησα πώς αντέδρασαν. Αν έκαναν μια γενναία έκπτωση ρίχνοντας την τιμή στο μισό και λίγο πιο κάτω.
            Πάσχιζα να θυμηθώ πως ένιωθα εγώ όταν λίγο πριν την έκτη δημοτικού δούλεψα τις διακοπές των Χριστουγέννων στο μανάβικο των αδερφών της μάνας μου και με τα χρήματα που κέρδισα αγόρασα το «Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες» του Ιουλίου Βερν. Α, και ένα ζευγάρι παπούτσια…
            Ήταν όμως άλλες εποχές κι ανεβαίναμε βήμα, βήμα προς τα πάνω, σε αντίθεση με τα σημερινά παιδιά που κατρακυλούν σε μια ζοφερή πραγματικότητα που δεν τους αρμόζει και δεν τους αξίζει…
            Ευτυχώς γι΄ αυτά προνοεί ο αξιότιμος Υπουργός της Παιδείας που πρόσφατα έκοψε και το πρόγραμμα φιλαναγνωσίας απ΄ τα σχολεία, απαγορεύοντας και τις επισκέψεις συγγραφέων εν ώρα μαθημάτων. Μόνο το απόγευμα και εφόσον συναινούν οι γονείς…            
            Πώς θ΄ απολογηθούμε στα παιδιά;

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι της Β. Παπαϊωάννου του 1950 και προέρχεται απ΄ το αρχείο Φωτογραφίας του Μουσείου Μπενάκη. Απεικονίζει παιδιά που διαβάζουν σε κάποια παιδόπολη, απ΄ αυτές που ίδρυσε το 1947 η Φρειδερίκη εν μέσω εμφυλίου και κάποιες κράτησαν μέχρι τη δεκαετία του ΄60.  

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

“Το αηδόνι” της Kristin Hannah (εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ) ΣΠΟΝΔΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Το σκηνικό. Η κατεχόμενη απ΄ τους Γερμανούς Γαλλία την περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Οι πρωταγωνίστριες. Δύο νεαρές γαλλίδες αδερφές, η Βιάν και η Ιζαμπέλ Ροσινιόλ.
Και λοιπόν; Ένα ακόμα μυθιστόρημα γι΄ αυτή την τραγωδία της ανθρωπότητας ανάμεσα στα τόσα που έχουν γραφτεί;
Όχι. Ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα. “Το αηδόνι” της Kristin Hannah από τις εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ διασχίζει τους δρόμους αυτής της ιστορικής χρονικής περιόδου με τα πόδια των ανθρώπων που υπήρξαν θύματα και θύτες. Δεν παρουσιάζει τις ζωές και τα πάθη τους μέσα από κάποιο μεγεθυντικό φακό. Τις βάζει στο μικροσκόπιο και καταφέρνει να μας κάνει να κατανοήσουμε γιατί αγαπούν και μισούν, γιατί κουράζονται, παγώνουν και απελπίζονται στις ατελείωτες ουρές για λίγα τρόφιμα με το δελτίο ή γιατί σφίγγουν τα δόντια και πασχίζουν να κρύψουν τις αιματορροούσες πληγές τους αναζητώντας κάποιο καταφύγιο που θα τις προστατέψει αποτελεσματικά απ΄ τη βαναυσότητα και το μένος των πρόσκαιρων νικητών που κάποιοι απ΄ αυτούς βρίσκονται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.  
“Αν περνάς μια κόλαση, συνέχισε να περπατάς”, είναι η ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλ με την οποία ξεκινά το 32ο κεφάλαιο της η συγγραφέας και είναι η πλέον κατάλληλη και ταιριαστή φράση για την πορεία των ηρώων της, όχι μόνο των δύο αδερφών, αλλά όλων στα περισσότερα κεφάλαια του έργου. Μια πορεία που φαίνεται να έρχεται απ΄ τον προηγούμενο πόλεμο, τον Ά παγκόσμιο, αυτόν που χαρακτηρίστηκε “Μεγάλος” καθώς η ανθρωπότητα δεν είχε φανταστεί πως θα ακολουθούσε ένας δεύτερος, χειρότερος και αιματηρότερος, εξελίσσεται μέχρι το τέλος του Β΄ παγκοσμίου, χωρίς όμως και να ολοκληρωθεί τότε καθώς υπάρχουν ανοιχτά θέματα που στοιχειώνουν τους επιζήσαντες και τους κάνουν να επιστρέφουν ξανά και ξανά στο παρελθόν.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Καλή Ανάσταση...

Μεγάλη Πέμπτη απομεσήμερο. Έπεσα πάνω της. Αλλιώς, πώς να τη δω; Ίδια σκιά, γλιστρά εδώ και χρόνια στα ίδια πεζοδρόμια, στους ίδιους δρόμους. Στην ίδια κατεύθυνση. Στο νεκροταφείο. Σκιά που διαβαίνοντας την πύλη του θυμίζει κάτι από ανθρώπινο πλάσμα και όταν σέρνεται έξω απ΄ αυτή αχνό σημάδι από σύννεφο που αποσυντίθεται.
Χτενισμένη, καλοντυμένη και μ΄ ένα χαμόγελο φορεμένο στα σβησμένα μάγουλα της. Απ΄ τα μάτια γνωρίζεται πια. Τα δάκρυα αλλοίωσαν πρόσωπο και σώμα, αλλά θαρρείς πως σεβάστηκαν το βλέμμα.
Να ΄ναι έτσι ή μήπως φταίει η ανθοδέσμη που κρατά στα χέρια; Τη σηκώνει και μου τη δείχνει. Τα μάτια λάμπουν. “Την πάω στο Χρήστο”. Χρησιμοποιεί ενεστώτα για ό,τι εγώ υποχρεωτικά θα επέλεγα αόριστο.      
“Καλή Ανάσταση”. Αγγίζει απαλά το αριστερό μου χέρι που αμήχανο με μισομαζεμένα τα δάχτυλα κρέμεται στο πλάι μου.

Φεύγει. Ίσα που προλαβαίνω να της φωνάξω και γω “Καλή Ανάσταση”. Δεν τα πάω ποτέ καλά με τις ευχές. Άλλες μου θυμίζουν υποχρέωση. Οι περισσότερες συνήθεια. Οι άνθρωποι που τις έχουν εύκολες και σε μεγάλο αριθμό στο λεξιλόγιο τους με φοβίζουν.  Αυτή την ευχή, όμως, τη νιώθω να πηγάζει από βαθιά μέσα μου. Λες κι αυτές οι δύο δικές της λέξεις έγιναν πια δικές μου, χωρίς να μου ανήκουν. Τις ξεστομίζω και ανασαίνω καλύτερα. Τις ψιθυρίζω ξανά και ξανά και μέχρι να χαθεί απ΄ το οπτικό μου πεδίο βλέπω μια γυναίκα να περπατά. Με σταθερό, κανονικό βήμα. Μια γυναίκα, όχι μια σκιά. Μια γυναίκα που κρατά τρυφερά στην αγκαλιά της όχι μια ανθοδέσμη. Μια ελπίδα. “Καλή Ανάσταση”.

Σεράγεβο, Ιρλανδία, Αφρική: όπου γης και κόλαση

Για το μυθιστόρημα της Edna O’ Brien «Μικρές κόκκινες καρέκλες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, εκδ. Κλειδάριθμος). Στις 6 Απριλίου 2012...