Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Τ’ απομεινάρια μιας εποχής

Στην Τασίτσα, τη μάνα μας, παιδί και κυρά μιας άλλης εποχής, που η μνήμη της είναι διαρκώς παρούσα.   
  
Φωτογραφία Αλέκου Βρεττάκου

Ήτανε κάτι σπίτια, που τα 'βλεπες και θαρρούσες πως είχαν καταφέρει να ξεγελάσουν το χρόνο και να ξεφύγουν από την ακόρεστη ανθρώπινη ματαιοδοξία, που θυσιάζει την ομορφιά και τη φαντασία στο βωμό του κέρδους και την ευκολία της τυποποίησης.  Όρθωναν πεισματικά το μικρό τους ανάστημα, χτυπητή παραφωνία ανάμεσα στα σύγχρονα οικοδομήματα των πολλών διαμερισμάτων όπου συνωστίζονται άνθρωποι, οι γνωστοί και άγνωστοι του χθες και αδιάφοροι του σήμερα, που ανακαλύπτουν, σχεδόν καθημερινά, πόσο μόνος μπορεί να αισθάνεται κάποιος, ακόμη και όταν δίπλα του, μόλις μια δρασκελιά πιο πέρα, υπάρχουν και άλλες ανθρώπινες ανάσες.

Ήτανε κάτι σπίτια και κάθε φορά που πλησίαζες κοντά τους σε τύλιγαν και σε κλείναν μέσα στα δίχτυα τους, τα υφασμένα από την απλότητα των σχεδίων τους, τη φωτεινότητα των χρωμάτων και τα αρώματα των κήπων τους. Αυτά τ' αρώματα που ξετυλίγονταν σαν τον καπνό που ξεπηδάει χορεύοντας μέσα από τη φωτιά και ανέβαιναν με προκλητική αναίδεια ανάμεσα  απ΄ τα τείχη του τσιμέντου που τα ΄χαν περιχαρακώσει, αφήνοντας πάνω τους μια φρέσκια πνοή, αχνή πινελιά γήινων αποχρώσεων.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Τα κουβάρια της σιωπής

Όταν πέθανε ο άνδρας της, η κυρά Μελπομένη δεν είχε καμιά διάθεση να κλάψει. Γιατί να κλάψει; Δεν πέθαναν και πολλά μαζί του. Τα περισσότερα είχαν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια...
Δε θα χρειαζόταν να φορέσει και μαύρα. Τα φορούσε από τότε που έχασε το Γιάννη της, δεκαπέντε χρονών παλικαράκι. Τον ξαναθυμήθηκε και δάκρυσε. Το παλιόπαιδο... Μ' άφησε νωρίς, σκέφτηκε.
Με τον άντρα της δε μοιραζόταν τίποτε πια. Μόνο τα καλοκαίρια στο χωριό. Ναι αυτά θα της έλειπαν σίγουρα. Εκεί περνούσε όμορφα.
Νοίκιαζαν οι δυό τους ένα σπίτι, μικρό με αυλή οπωσδήποτε. Ζούσε ο καθένας στον κόσμο του. Αυτός έφευγε το πρωί για τα καφενεία της πλατείας και συνήθως ξεχνούσε να γυρίσει το μεσημέρι. Αργά το βράδυ, όταν κουραζόταν από το ποτό και τις καρέκλες των καφενείων, κατάφερνε και έβρισκε το δρόμο για το σπίτι.
Συνήθως ξεχνούσε και αυτή να μαγειρέψει το μεσημέρι. Δεν την ένοιαζε όμως και να μην έτρωγε. Στο χωριό έβρισκε πάντα την παρέα που ήθελε και χόρταινε με την κουβέντα όλη μέρα.
Καθώς τα σκεφτόταν αυτά στην κηδεία, ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Οι συγγενείς που στεκόταν απέναντι της την κοίταξαν με συμπόνια. Η καημένη, θα σκέφτηκαν, έχασε το σύντροφο της. Οι συγγενείς... Έμεναν πάντα στα έξω. Βαριόταν να σηκώσουν την κουρτίνα και να κοιτάξουν μέσα. Αν αυτό που θα έβλεπαν, ήταν χειρότερο απ' ότι είχαν φανταστεί, ίσως αναγκαζόταν να ξεφύγουν από τις τυπικές σχέσεις που χρησιμοποιούσαν σαν ασπίδα για να κρατιούνται μακριά. Πάντα μακριά ήταν. Γιατί νά 'ρθουν τώρα κοντά;
Τόσα χρόνια δίπλα στον άντρα της, είχε χύσει πολλά δάκρυα. Της χαράς ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν περίμενε πως θα συνέχιζε να κλαίει και μετά το θάνατο του.
Συνέχισε τη ζωή της όπως και πριν. Έμενε στο ίδιο σπίτι, με τα ίδια πρόσωπα. Γι' αυτήν δεν είχε αλλάξει τίποτε.

Η... δική μας θεία Λένα.

Σημειώσεις επί προσωπικού Τη συνάντησα για πρώτη φορά ένα από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, μεταξύ 8 και 12 χρονών, που ένα μ...