Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Σεράγεβο, Ιρλανδία, Αφρική: όπου γης και κόλαση

altΓια το μυθιστόρημα της Edna O’ Brien «Μικρές κόκκινες καρέκλες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, εκδ. Κλειδάριθμος).

Στις 6 Απριλίου 2012, στην εικοστή επέτειο από την έναρξη της πολιορκίας του Σεράγεβο από τις σερβοβοσνιακές δυνάμεις, 
τοποθετήθηκαν 11.541 καρέκλες κατά μήκος των οκτακοσίων μέτρων του κεντρικού δρόμου της πόλης. 
Μια κενή καρέκλα για κάθε κάτοικο του Σεράγεβο που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια των 1.425 ημερών της πολιορκίας. 
Οι 643 μικρές καρέκλες αντιπροσώπευαν τα παιδιά που σκοτώθηκαν από τα πυρά ελεύθερων σκοπευτών 
και από το βαρύ πυροβολικό που ήταν ακροβολισμένο στα γύρω βουνά.
Το μικρό αυτό κείμενο, προοίμιο στο βιβλίο της Edna O’ Brien Μικρές κόκκινες καρέκλες, προϊδεάζει τον αναγνώστη μόνο ως έναν βαθμό για το περιεχόμενό του. Διαβάζοντάς το θα συνειδητοποιήσει πως η συγγραφέας μιλά όχι μόνο για τις 11.541 άδειες καρέκλες του Σεράγεβο μα για τις εκατοντάδες χιλιάδες άδειες καρέκλες που υπάρχουν σ’ όλο τον σύγχρονο κόσμο. Καρέκλες που άδειασαν, και συνεχίζουν να αδειάζουν, εξαιτίας της βίας που γεννούν κηρυγμένοι και ακήρυχτοι πόλεμοι, που άλλοι μας απασχολούν όσο διαρκεί ένα δελτίο ειδήσεων και άλλοι που, ενώ εξελίσσονται με μεγάλη σφοδρότητα δημιουργώντας ποταμούς αίματος και δυστυχίας, η καθημερινότητά μας τους έχει εξοβελίσει στο μέγεθος ενός εσωτερικού μονόστηλου εφημερίδας με παρελθούσα ημερομηνία.
H συγγραφέας μιλά όχι μόνο για τις 11.541 άδειες καρέκλες του Σεράγεβο μα για τις εκατοντάδες χιλιάδες άδειες καρέκλες που υπάρχουν σ’ όλο τον σύγχρονο κόσμο. Καρέκλες που άδειασαν, και συνεχίζουν να αδειάζουν, εξαιτίας της βίας που γεννούν κηρυγμένοι και ακήρυχτοι πόλεμοι.
Κι έρχεται η κ. Edna O’ Brien, την οποία δικαίως οι Times χαρακτηρίζουν ως μεγάλη κυρία της λογοτεχνίας, να ανασηκώσει τα πέπλα της συλλογικής λήθης μ’ αυτό της το έργο. Μας οδηγεί σε μια γωνιά της Ιρλανδίας όπου ο γιατρός Βλαντ, πριν αποδειχθεί πως υπήρξε και αυτός άγγελος του θανάτου, που μπορεί να μην εξόντωνε ανθρώπους μέσω ιατρικών πειραμάτων όπως ο σατανικός Γερμανός ναζί Γιόζεφ Μένγκελε, ωστόσο τον συναγωνίστηκε σε αποτελεσματικότητα στρέφοντας τα όπλα του ακόμα και εναντίον αμάχων κάθε ηλικίας και φύλου στο Σεράγεβο, στη Σρεμπρένιτσα, δεν έχει βρει απλώς καταφύγιο αλλά και τη γενική αποδοχή…
Η μικρή ιρλανδική κοινωνία αγκαλιάζει τον κ. Βλαντ γοητευμένη απ’ τη φινέτσα, τον κοσμοπολίτικο αέρα και την πνευματική του καλλιέργεια και του παραδίδεται σχεδόν ολοκληρωτικά. Η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας, όπως είναι φυσικό, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά και διαλυτικά για όλα, σχεδόν, τα μέλη της. Για ένα όμως απ’ αυτά, τη Φιντέλμα, θα σηματοδοτήσει την απόλυτη καταστροφή της, καθώς το τίμημα που θα υποχρεωθεί να πληρώσει, για τη σύναψη ενός ιδιόμορφου ερωτικού δεσμού μαζί του, αποδεικνύεται τελικά πολύ βαρύ για το έγκλημα της.

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος «διαβάζει» 12 Έλληνες ποιητές

markopoulos maties 2Για τη συλλογή δοκιμίων του Θανάση Μαρκόπουλου «Ματιές ενόλω ΙΙ» (εκδ. Μελάνι).
Το έργο δώδεκα ποιητών, τριών της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου, τεσσάρων της δεύτερης και πέντε της γενιάς του ’70, ιχνηλατεί ο ομότεχνός τους Θανάσης Μαρκόπουλος μέσα από ανάλογο αριθμό δοκιμίων που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας (2005-2015) στα περιοδικά «Μανδραγόρας», «Νέα Εστία», «Παρέμβαση» και «Πορφύρας» και συγκεντρώθηκαν υπό την ίδια στέγη που φέρει τον τίτλο Ματιές ενόλω ΙΙ, από τις εκδόσεις Μελάνι (προηγήθηκαν το 2003 οι πρώτες Ματιές ενόλω, με οκτώ ποιητές, από τις εκδόσεις Σοκόλη).
Τον «ξένο πόνο» αναζητά και διερευνά για να κατανοήσει και να εισχωρήσει όσο βαθύτερα γίνεται στην ποίηση των άλλων, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι και εξ ιδίας πείρας ότι ένα κείμενο δεν είναι απλώς γράμματα σ’ ένα χαρτί, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που ενυπάρχει στον κάθε δημιουργό, λειτουργώντας πολλές φορές ακόμα και εν αγνοία του ή χωρίς τη δική του συνδρομή, ο οποίος εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μόλις αρχίζουν οι λέξεις να μορφοποιούνται συνθέτοντας ιδέες και νοήματα.
Σαχτούρης, Λειβαδίτης, Κωσταβάρας, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Δημουλά, Λυκιαρδόπουλος, Νικηφόρου, Γκανάς, Μαυρουδής, Μπράβος, Γ. Μαρκόπουλος και Φωστιέρης, είναι οι δώδεκα πάνω στο έργο των οποίων σκύβει με σεβασμό και ιδιαίτερη επιμέλεια, δίνοντας σημασία ακόμα και στη λεπτομέρεια, ο Θ. Μαρκόπουλος, χωρίς να διακατέχεται από κάποια διάθεση εξωραϊσμού ή εξιδανίκευσης, αλλά με εμφανή την προσπάθεια να αναδείξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και γνωρίσματα του καθένα, για να παραδώσει τελικά στους δυνητικούς αναγνώστες του μια υποκειμενική, ωστόσο δίκαιη και έντιμη, αξιολόγηση του αποτυπώματος που άφησαν μέχρι τώρα στη λογοτεχνία μας οι ποιητές αυτοί.
«Δε γράφεται το ποίημα με ξένο πόνο»* είναι ο ακροτελεύτιος στίχος ενός ποιήματος του Θ. Μαρκόπουλου και φαίνεται στα δοκίμιά του πως αυτός είναι ο σταθερός οδηγός του. Τον «ξένο πόνο» αναζητά και διερευνά για να κατανοήσει και να εισχωρήσει όσο βαθύτερα γίνεται στην ποίηση των άλλων, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι και εξ ιδίας πείρας ότι ένα κείμενο δεν είναι απλώς γράμματα σ’ ένα χαρτί, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που ενυπάρχει στον κάθε δημιουργό, λειτουργώντας πολλές φορές ακόμα και εν αγνοία του ή χωρίς τη δική του συνδρομή, ο οποίος εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μόλις αρχίζουν οι λέξεις να μορφοποιούνται συνθέτοντας ιδέες και νοήματα. Για να το πετύχει δεν περιορίζεται μόνο στη δική του μελέτη και δεν οχυρώνεται πίσω απ’ το προσωπικό του κριτήριο, ακόμα και αν αυτό είναι προϊόν πολύχρονης και λεπτομερούς έρευνας που σε αρκετές περιπτώσεις είναι ξεκάθαρο πως γεννήθηκε και ωρίμασε ακολουθώντας τον εξεταζόμενο ποιητή βήμα, βήμα, ή για να ακριβολογούμε… στίχο, στίχο. Δανείζεται και χρησιμοποιεί γνώμες και ματιές και πολλών άλλων, κάτι που πιστοποιεί την ξεκάθαρη πρόθεσή του αφενός να διευρύνει την εικόνα που θέλει να παρουσιάσει και αφετέρου να ψηλαφήσει όλες τις πλευρές της κάθε ψηφίδας του ποιητικού τους έργου.

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

"Θεατρική Αναζήτηση Πτολεμαΐδας" : Η ωρίμανση μιας ομάδας μέσα από ένα δύσκολο θεατρικό έργο.

Το θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Νηλ Σάϊμον "Οι ηλίθιοι" αν και δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς την καριέρα του επί σκηνής (πρώτη παράσταση στο θέατρο "Ευγένιος Ο' Νιλ στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης, στις 6 Απριλίου του 1981, όπου παίχτηκε για 40, μόλις, μέρες), ανέβηκε μέχρι σήμερα πάρα πολλές φορές από διάφορους θιάσους ανά τον κόσμο.
            Ο Νηλ Σάϊμον, που διέπρεψε ως κωμωδιογράφος, συνέθεσε ένα έργο με απλοϊκή, σχεδόν, πλοκή, κάτι που αντισταθμίζεται απόλυτα απ' την ύπαρξη σπαρταριστών διαλόγων, οι οποίοι πείθουν πως ο τίτλος του δεν αδικεί καθόλου τους ήρωες του αφού έχουμε να κάνουμε με πραγματικούς ηλίθιους.
            Αυτό όμως που αποτελεί το μεγάλο προτέρημα του έργου, οι διάλογοι του, είναι ταυτόχρονα και η μεγάλη του… αδυναμία, με την οποία βρίσκονται πολύ γρήγορα αντιμέτωποι όσοι επιχειρήσουν να το ανεβάσουν, διαπιστώνοντας  ότι "ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες".  Και οι λεπτομέρειες στην προκειμένη περίπτωση είναι ο ρυθμός και το πώς θα στηθεί η παράσταση, με κινητήριους μοχλούς τους ηθοποιούς της, που είναι υποχρεωμένοι να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους για να καταφέρουν να υπηρετήσουν δύσκολους και ιδιαίτερα απαιτητικούς ρόλους.

            Εξ αιτίας των παραπάνω λεπτομερειών το εγχείρημα "Οι ηλίθιοι" είναι εξαιρετικά δύσκολο για ερασιτεχνικούς θιάσους, κάτι που αφορά και αρκετούς επαγγελματικούς, με τα αρνητικά αποτελέσματα να είναι και τα περισσότερα για εκείνους που καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι το τέλος της διαδρομής και να εμφανιστούν μπροστά σε κοινό. Γιατί πολλοί εγκαταλείπουν αργά ή γρήγορα την προσπάθεια, εάν φυσικά αντιληφθούν και κατανοήσουν πως το έργο του Σάϊμον είναι πολύ απαιτητικό και κερδίζει το γέλιο απ’ τους θεατές του χάρη στην εξυπνάδα του κι ας αναφέρεται, υποτίθεται, σε ηλίθιους.

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Τα ανεξίτηλα ίχνη του Χρήστου Μπέσσα.

Συμβαίνει. Προχωράμε σε δρόμους που άλλοι άνοιξαν για μας, πλουτίζοντας το παρόν μας και δημιουργώντας παρακαταθήκες για το μέλλον μας, και παραλείπουμε να τους το αναγνωρίσουμε έστω και μνημονεύοντας τους. Δε σημαίνει πως τους έχουμε ξεχάσει, δικαιολογούμαστε. Πώς προστατεύουμε, όμως, τους απόντες από τη λήθη αν δεν σκύβουμε να καθαρίσουμε τη σκόνη του χρόνου σε ό,τι φέρει την υπογραφή τους;
Φέτος, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του  Χρήστου Μπέσσα (2007) ο σύλλογος Σαμαριναίων, ο Ιατρικός Σύλλογος, η Οικολογική Κίνηση Κοζάνης, συλλογικές οντότητες όπου έδρασε ποικιλοτρόπως αφήνοντας έντονο αποτύπωμα, τον τίμησαν και συνέβαλαν στο να ενεργοποιηθεί τόσο η συλλογική μνήμη όσο και οι προσωπικές αναμνήσεις μας για έναν άνθρωπο που όσο έζησε κοντά μας ξεχώρισε.
Ευπατρίδης, έδωσε ουσιαστικό περιεχόμενο στην έννοια του χαρακτηρισμού αυτού, πολυάσχολος, καταπιάστηκε με πάρα πολλά ζητήματα που ξεπερνούσαν το εγώ και εστίαζαν στο εμείς, πολυσχιδής, τα ενδιαφέροντα του κάλυπταν μια ευρύτατη γκάμα, γιατρός που επέλεξε να προβάλει και να αναδείξει πρώτα και πάνω απ’ όλα την ανθρώπινη διάσταση του επιστήμονα, λάτρης της Κοζάνης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, εραστής της ζωής και της φύσης, μελετηρός και πολυμαθής, πρωτοπόρος σε σκέψη και σε δράση, ανοιχτός στο καινούργιο και το διαφορετικό.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Η... δική μας θεία Λένα.

Σημειώσεις επί προσωπικού
Τη συνάντησα για πρώτη φορά ένα από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, μεταξύ 8 και 12 χρονών, που ένα μεγάλο μέρος τους το περνούσα με τον παππού Μιχάλη και τη γιαγιά Στεργιανή (Μιχαλάκαινα) στη Σαμαρίνα.
Όμορφη και απαστράπτουσα, καλοντυμένη και με έντονα βαμμένα κόκκινα χείλη, με το που την είδα κοκάλωσα. Η εμφάνιση της σίγουρα με θάμπωσε καθώς στα δικά μου μάτια φαινόταν ως μια απ' τις κινηματογραφικές σταρ που μας προκαλούσαν δέος και μας έκοβαν την ανάσα άμα τη εμφανίσει τους στο πανί. Εκείνο όμως που μ' εντυπωσίασε περισσότερο ήταν πως μου τη σύστησαν ως τη θεία Λένα!
Για όλους εμάς που αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε τον κόσμο τη δεκαετία του '60 η θεία Λένα ήταν ένα μυθικό και συνάμα οικείο πρόσωπο. Την ώρα που μεταδίδονταν οι ραδιοφωνικές της εκπομπές σταματούσαν τα παιχνίδια και αφηνόμασταν στις μαγικές της αφηγήσεις που μας ταξίδευαν και μας σύστηναν κόσμους πέρα απ'  τα στενά όρια της γειτονιάς όπου μεγαλώναμε.
Η θεία Λένα, ζωντανή και χαμογελαστή μπροστά μου, απόρησε με το σάστισμα μου και φρόντισε αγκαλιάζοντας με δυνατά, αλλά με τρυφερότητα, να με βοηθήσει να χαλαρώσω. Όταν, επιτέλους, βρήκα τη φωνή μου της είπα εμφανώς συγκινημένος. "Είσαι η θεία Λένα! Η θεία Λένα που ακούω στο ραδιόφωνο!"
Όλοι οι μεγάλοι που ήταν παρόντες γέλασαν. Εκείνη όχι. Απλώς έσκυψε στ' αυτί και μου ψιθύρισε: "Για σένα θα 'μαι πάντα αυτή η θεία Λένα."
Ξαναβρεθήκαμε πολλές φορές τα επόμενα χρόνια. Τις περισσότερες στην αυλή του νεοκλασικού σπιτιού της οδού Παπάφη στη Θεσσαλονίκη, όπου έμενε με το θείο Μανώλη Οικονόμου, το σύζυγο της.

Πάντοτε αναφέραμε, γελώντας, το "πάθημα" μου, να μπερδέψω αυτή τη θεία Λένα, την ξαδέρφη της γιαγιάς Στεργιανής, με τη θεία Λένα (Αντιγόνη Μεταξά) του ραδιοφώνου.  
Η αλήθεια είναι πως στο μυαλό μου δεν τις ξεχώρισα ποτέ. Όταν έμαθα πως έφυγε, πριν μερικά χρόνια, η πρώτη εικόνα που ανέσυρε η μνήμη μου ήταν αυτή ενός ραδιοφώνου philips, παγκοσμίου λήψεως όπως ονομαζόταν, και στ' αυτιά σαν να ήχησε πάλι η φωνή της θείας Λένας. Και το πλούσιο γέλιο της. Όχι της ραδιοφωνικής. Της δικής μας. Μιας θείας που όλοι μας αγαπήσαμε πολύ.
Θυμήθηκα τη θεία Λένα βλέποντας πως χθες (16 Οκτωβρίου) ήταν η επέτειος του θανάτου της Αντιγόνης Μεταξά που σημάδεψε τα παιδικά μας χρόνια. Συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, δημιουργός του πρώτου παιδικού θεάτρου στην Ελλάδα και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, η Αντιγόνη Μεταξά έμεινε στην ιστορία ως θεία Λένα. Γεννήθηκε το 1905 και πέθανε το 1971.
Αναζήτησα τη φωτογραφία της στο διαδίκτυο, για πρώτη φορά, και με το που τη βρήκα είδα έκπληκτος πως είχε το ίδιο ακριβώς χαμόγελο με τη δική μας (ή έτσι θέλησε το δικό μου μυαλό να τα ταιριάξει).

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Ιδού ο άνθρωπος!

Σκέψεις και παρατηρήσεις για το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο τελευταίος πειρασμός» (εκδ. Καζαντζάκη).
Του Μιχάλη Πιτένη
Κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος, σάρκα και πνέμα. Νά γιατί το μυστήριο του Χριστού δεν είναι μονάχα μυστήριο μιας ορισμένης θρησκείας. Είναι πανανθρώπινο. Σε κάθε άνθρωπο ξεσπάει η πάλη Θεού και ανθρώπου, και συνάμα η λαχτάρα της φίλιωσης.
Μ΄ αυτά τα λόγια στον πρόλογο του έργου του Ο τελευταίος πειρασμός ο Νίκος Καζαντζάκης αποκαλύπτει στον αναγνώστη του ποιος είναι ο πυρήνας του θέματος που θα αναπτύξει. Δεν είναι βέβαια κάτι πρωτοφανές και μοναδικό. Όπως σημειώνει ο στενός φίλος και συνεργάτης του Παντελής Πρεβελάκης στον πρόλογο ενός άλλου βιβλίου του, του Βραχόκηπου, το οποίο μετέφρασε από τα γαλλικά, τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε απ’ το συγγραφέα, «… ο Καζαντζάκης έχει περιγράψει στο Βραχόκηπο, άλλη μια φορά, τη σύγκρουση της σάρκας με το πνεύμα – το δυαδισμό που αποτέλεσε τον άξονα της αισθαντικότητας και της σκέψης του».
Γύρω απ’ αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα, το Θείο και το ανθρώπινο, ο Καζαντζάκης υφαίνει έναν δικό του μύθο, παίρνοντας το μεγάλο ρίσκο να χρησιμοποιήσει ως σαΐτα τον ίδιο τον ιδρυτή του Χριστιανισμού.
Αυτή η σύγκρουση είναι παρούσα και διατρέχει από την αρχή μέχρι το τέλος και τον Τελευταίο πειρασμό, η οποία μπορεί να εκφράζεται πρωτίστως μέσω του βασικού και κύριου προσώπου του δράματος, του Ιησού, ωστόσο είναι ευδιάκριτη και σε όλους τους άλλους πρωταγωνιστές του. Μια σύγκρουση αέναη και καθημερινή, σκληρή και δύσκολη, χωρίς πάντα νικητή. Γύρω λοιπόν απ’ αυτή τη σύγκρουση, ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα, το Θείο και το ανθρώπινο, ο Καζαντζάκης υφαίνει έναν δικό του μύθο, παίρνοντας το μεγάλο ρίσκο να χρησιμοποιήσει ως σαΐτα τον ίδιο τον ιδρυτή του Χριστιανισμού, στημόνι την ιουδαϊκή κοινωνία των ημερών του Ιησού Χριστού, όπου θα πλέξει τα υφάδια του, που αντλεί τόσο απ’ την Καινή Διαθήκη όσο και από τα απόκρυφα ευαγγέλια και άλλα αποκηρυγμένα από την επίσημη εκκλησία κείμενα τα οποία φαίνεται να γνωρίζει και να έχει μελετήσει σε βάθος.
Το μέγεθος και το εύρος του ρίσκου του είναι ξεκάθαρο απ’ την αρχή καθώς μας συστήνει έναν εντελώς δικό του Ιησού, ικανό όχι απλώς να σκανδαλίσει κάποιον πιστό αλλά και να τον στρέψει ευθύς αμέσως εναντίον του συγγραφέα. Γιατί ο δικός του Ιησούς δεν είναι ένας απλός μαραγκός που σύντομα θα διαπιστώσει το «ουδείς Προφήτης στον τόπο του» όταν αρχίσει να κηρύττει τον λόγο του στους συντοπίτες του: είναι ένας μισητός και αποσυνάγωγος κατασκευαστής σταυρών, συνεργάτης των Ρωμαίων κατακτητών, για τον οποίο ντρέπεται και αγωνιά για την τύχη του και η ίδια η μητέρα του, η Θεοτόκος Μαρία!

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Περιπλάνηση στα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής

Για το μυθιστόρημα της Οτέσα Μόσφεγκ «Αϊλίν» (μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιός).
Ποιες είναι οι πραγματικές, οι κρυφές σκέψεις των ανθρώπων; Τι υπάρχει στην ψυχή τους που επηρεάζει σε μεγάλο ή σε μικρό βαθμό τις αποφάσεις που διαμορφώνουν τη ζωή τους;
Εικάζω πώς στο μυαλό της Αμερικανίδας συγγραφέα Οτέσα Μόσφεγκ υπήρχαν τα παραπάνω ερωτήματα όταν έγραφε την Αϊλίν της. Εικασία που ενισχύεται όλο και περισσότερο καθώς προχωρώ την ανάγνωση του «σκοτεινού» αυτού βιβλίου. Ενός βιβλίου γεμάτου σκιές ανάμεσα στις οποίες κινείται και εξελίσσεται η βασική ηρωίδα του, η Αϊλίν.
Η Αϊλίν της Οτέσα Μόσφεγκ δεν φαίνεται να μπορεί να ενταχθεί σε κάποια κατηγορία. Σε απωθεί χωρίς να σ’ απομακρύνει. Σε γοητεύει δίχως να θες να την πλησιάσεις. Τη συμπονάς για τη μιζέρια που την περιβάλλει και ταυτόχρονα θυμώνεις μαζί της που η ίδια δείχνει όχι απλώς να την έχει αποδεχθεί, αλλά κάνει και ό,τι μπορεί για να επιδεινώσει την κατάστασή της.
Στη λογοτεχνία υπάρχουν αμέτρητοι ήρωες που λατρεύεις ή μισείς. Που νιώθεις την ανάγκη να αγκαλιάσεις ή να κλείσεις τα μάτια και να χαθούν μαζί με τον φόβο που σου προκαλούν. Η Αϊλίν της Οτέσα Μόσφεγκ δεν φαίνεται να μπορεί να ενταχθεί σε κάποια κατηγορία. Σε απωθεί χωρίς να σ’ απομακρύνει. Σε γοητεύει δίχως να θες να την πλησιάσεις. Τη συμπονάς για τη μιζέρια που την περιβάλλει και ταυτόχρονα θυμώνεις μαζί της που η ίδια δείχνει όχι απλώς να την έχει αποδεχθεί, αλλά κάνει και ό,τι μπορεί για να επιδεινώσει την κατάστασή της.
Το μεγάλο σκηνικό μες στο οποίο κινείται είναι μια μικρή φανταστική πόλη της Νέας Αγγλίας των ΗΠΑ, το X-ville. Τα δύο μικρότερα σκηνικά, το άθλιο και εγκαταλειμμένο στη βρόμα και τη σήψη πατρικό σπίτι όπου ζει με τον πατέρα της και η φυλακή ανηλίκων όπου εργάζεται. Τα μόνα άλλα σημεία αναφοράς εκτός του σπιτιού και της εργασίας, η κάβα απ’ όπου εξασφαλίζει στον αλκοολικό πατέρα τα αμέτρητα μπουκάλια τζιν που καταναλώνει και το σπίτι του συναδέλφου με τον οποίο η Αϊλίν δεν είναι σίγουρη αν είναι πραγματικά ερωτευμένη ή αν απλώς με το να στήνεται απέναντί του με τις ώρες και να παρακολουθεί από μακριά τη ζωή του είναι κάτι που δίνει ένα κάποιο νόημα και στη δική της ζωή.
Στόχο η Αϊλίν έχει: τη διαφυγή απ’ τη γενέτειρα και τον γεννήτορά της, χωρίς ωστόσο κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο ή πλάνο. Γνωρίζει μόνο τον προορισμό: τη Νέα Υόρκη. Ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η ζωή της δεν πείθει σε καμιά περίπτωση πως θα το τολμήσει ποτέ. Η ιδέα της φυγής μοιάζει περισσότερο σαν μια χειρολαβή απ’ την οποία κρατιέται όσο τη βοηθούν οι δυνάμεις της, γνωρίζοντας πως αν την αφήσει θα βουλιάξει και θα πνιγεί στον βούρκο μες στον οποίο τσαλαβουτά από τότε που θυμάται τον εαυτό της.

Σεράγεβο, Ιρλανδία, Αφρική: όπου γης και κόλαση

Για το μυθιστόρημα της Edna O’ Brien «Μικρές κόκκινες καρέκλες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, εκδ. Κλειδάριθμος). Στις 6 Απριλίου 2012...